ΑΠΟΨΕΙΣ

Εποχή διαφάνειας για το Μέγαρο

Το ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλλει 95 εκατ. ευρώ, οφειλές του Μεγάρου Μουσικής προς την Εθνική Τράπεζα. Το δάνειο είχε εξασφαλιστεί το 2007 με εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου. Η γνωστοποίηση του θέματος σήκωσε αχό. Στο Διαδίκτυο κυριάρχησε η «πρόκληση», η «ντροπή» και η «οργή», στη Βουλή ο υπουργός Οικονομικών επιχείρησε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους: «Ετσι κι αλλιώς το Δημόσιο θα χρειαστεί να πληρώσει τα χρήματα αυτά. Είμαστε εγγυητές. Ας αποφασίσουμε: θα πληρώσουμε με ανοιχτό ή με κλειστό το Μέγαρο;».

Η νομοθετική ρύθμιση για «την εξυπηρέτηση του δανείου» (περιλαμβάνεται στο άρθρο 45 του φορολογικού νομοσχεδίου) συνέπεσε με την επέτειο των 20 χρόνων λειτουργίας του Μεγάρου Μουσικής.

Η εποχή δεν είναι μόνο δύσκολη αλλά και ολισθηρή. Η κριτική οδηγεί στη δαιμονοποίηση και η επιλεκτική παράθεση στοιχείων στον λαϊκισμό. Ο θυμός παρασύρει στην εύκολη καταδίκη, τα μεγέθη συρρικνώνονται ή διογκώνονται με το φάσμα της χρεοκοπίας να επηρεάζει καθοριστικά κάθε σκέψη και επιχείρημα. Ομως, έτσι όλα ισοπεδώνονται και λύση δεν προκύπτει.

Τα 95 εκατ. εμφανίστηκαν ως πανάκεια για χίλιες δυο άλλες εκκρεμότητες και ανάγκες της πολιτείας. Μπήκε, δηλαδή, μια αυθαίρετη -με βάση τη λογική και τις ανάγκες του καθενός- ζυγαριά, που υποδείκνυε πού και πώς, με ποιο άλλο τρόπο, θα μπορούσαν να διατεθούν τα χρήματα αυτά. Μια συσσωρευμένη στο χρόνο κοινωνική αντιπαλότητα για το Μέγαρο και τα πρόσωπα που ταυτίστηκαν με τη δημιουργία του, εκδηλώνεται τώρα πολλαπλασιασμένη. Δίκαιο ή άδικο; Και τα δυο. Οι αδιαφανείς διαδικασίες χορήγησης υπέρογκων δανείων με εγγυητή το Δημόσιο δεν είναι πρακτική που εφαρμόστηκε κατ’ εξαίρεσιν στο Μέγαρο. Ούτε οι εκατέρωθεν διευκολύνσεις ανάμεσα στα ΜΜΕ και την πολιτική εξουσία αποκαλυπτική αλήθεια που διατυπώθηκε λόγω κρίσης.

Πολλά θα μπορούσαμε να συζητήσουμε για τη μέχρι πρότινος λειτουργία του Μεγάρου. Για τον φαραωνικό κτιριακό σχεδιασμό του (η υπόγεια επέκταση εκτίναξε το κόστος), για υπερχειλίζουσες φιλοδοξίες που δεν αναλογούσαν στην πραγματικότητα της πόλης (ως σύνολο όχι ως συγκεκριμένη κατηγορία πολιτών) και στις ανάγκες της. Ομως, η Αθήνα ήταν άλλη πρωτεύουσα χωρίς το Μέγαρο Μουσικής και άλλη μετά την κατασκευή του. Η παρουσία του (έστω και αν θα μπορούσε να συνδράμει πολλαπλώς και διαφορετικά αν προβλεπόταν η ανέγερσή του σε άλλη περιοχή) έδωσε μητροπολιτική ώθηση στην Αθήνα, διαμορφώνοντας ανεκτίμητες δυνατότητες και προοπτικές.

Η συγκυρία σήμερα είναι η χειρότερη δυνατή. Τα 95 εκατ. δεν αφορούν ούτε τα λειτουργικά έξοδα του Οργανισμού ούτε τον προγραμματισμό του. Η κρατική επιχορήγηση, μειωμένη κατά το ήμισυ (και δικαίως), αναγκάζει στην εξεύρεση άλλων πόρων, στον περιορισμό δαπανηρών και στην επιλογή πιο εναλλακτικών εκδηλώσεων.

Το Μέγαρο με τη βαριά (με όλες τις σημασίες της λέξης) κληρονομιά του μπαίνει σε περίοδο διαφάνειας και (αυτο) ελέγχου. Ας το παρακολουθήσουμε και ας το κρίνουμε.