ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανθρωποθυσία και προσκύνημα στον δρόμο με τα δύο ονόματα – οδός Γιώργου Σκυλογιάννη, οδός Γιάννη Ευαγγελινέλη…

Ο δρόμος δεν είχε δική του ιστορία. Την έγραψαν στην άσφαλτο με το αίμα τους παιδιά νεκρά από δολοφονικές σφαίρες, ριγμένες με λύσσα πάνω σε κινούμενο στόχο. Οδός Περικλέους, κάθετος στον παράδρομο του Ρέντη όπου μπήκε το κλεμμένο Volvo με τους ληστές, κυνηγμένο από τους πέντε μοτοσικλετιστές της ΔΙ.ΑΣ. Απότομη στροφή δεξιά, παρά την απαγόρευση, για να φύγουν από την κίνηση, αριστερά η αντιπροσωπεία της Jaguar και καταμεσής του ήσυχου δρόμου, φρένο. Εξω οι εκτελεστές με τα όπλα, αρχίζουν να γαζώνουν τους αστυνομικούς πάνω στις μοτοσικλέτες, στοχεύουν ψηλά. Δύο ένστολοι νεκροί, οι άλλοι τραυματισμένοι, επίσης κάτω στην άσφαλτο, με τις μοτοσικλέτες πεσμένες, με τη μηχανή ακόμη αναμμένη. Ενας ΔΙ.ΑΣίτης βγάζει το πιστόλι, πυροβολεί, οι δολοφόνοι ρίχνουν χάμω τον οπλισμό τους μπαίνουν στο αμάξι, χάνονται. Μάρτυρες της σκηνής της στυγνής ανθρωποθυσίας -σύλληψη ληστών ήθελαν να κάνουν, ο χάρος όμως βγήκε παγανιά και εισέπραξε- ο ουρανός πάνω, πέρα η γεμάτη κίνηση Εθνική Οδός προς Πειραιά, πιο πέρα ο Κηφισός ποταμός, νεκρός κι αυτός. Από εκεί και πέρα, ο δρόμος μυρμήγκιασε από κόσμο – ασθενοφόρα, περιπολικά, Ζητάδες, εργαζόμενοι από τη γεμάτη συνεργεία και γραφεία περιοχή.

Εάν περάσετε από εκεί και σήμερα, Κυριακή, θα δείτε έναν δρόμο που έχει αλλάξει το ώς τώρα «Περικλέους» με δύο ονόματα: οδός Γιάννη Ευαγγελινέλη και οδός Γιώργου Σκυλογιάννη. Ο τόπος που βρήκαν τον θάνατο, πνιγμένος στα λουλούδια, στα καντήλια, στα κεριά, στα μηνύματα αγάπης και συμπαράστασης. Για πότε στήθηκε το προσκυνητάρι με τις φωτογραφίες τους μέσα! Και το καντήλι να καίει μέρα-νύχτα, με ελληνικές σημαίες παντού, με περαστικούς που στέκονται αμίλητοι. Αλλοι δακρύζουν, άλλοι κάνουν τον σταυρό τους και μουρμουρίζουν «άδικα πήγαν, χθεσινά παιδιά» και φεύγουν. Σκυφτά κεφάλια, γυρτοί ώμοι, σφιγμένα χείλη στα ώριμα πρόσωπα με τα ρούχα της δουλειάς, πολλοί παραστέκουν με τις ώρες τον τόπο του μακελειού. Εναλλάσσονται οι συγγενείς με αγνώστους και παραστέκουν το προσκυνητάρι, όπως στον Επιτάφιο… Δίπλα πάντα το περιπολικό της ΕΛ.ΑΣ., μόνιμα σταθμευμένο. Από κοντά, ώς χθες, και οι κάμερες των καναλιών.

Από σήμερα, το Καρναβάλι έχει τον πρώτο λόγο, ώς και του Ρέντη έχει το δικό του. Τα ένστολα παιδιά βγήκαν να δουλέψουν να ξεφύγουν από την ανεργία, για να τηρήσουν τον νόμο. Είπατε κάτι για ρητά; «Ο πλούτος θνητός, η δόξα αθάνατος». Και, «ο χρόνος απάσης οργής εστίν φάρμακο…». Ο δρόμος θα ερημώσει, τα λουλούδια θα μαραθούν, θα απομακρυνθούν. Το καντήλι θα καίει. «Μόνο λαδάκι για να φωτίζει τις νύχτες τους, αυτό μόνο μπορώ πια να τους δώσω», λέει ο άγνωστος, ίσως είναι συγγενής ή ένας από τις χιλιάδες που πόνεσε η ψυχή τους για τον χαμό των παιδιών – των σπουργιτιών στις γειτονιές της Αθήνας, που τ’ αγαπήσαμε και όχι μόνο γιατί μας φύλαγαν. Μοιάζουν με τα δικά μας παιδιά, κι αυτά μας βλέπουν σαν δικούς τους. Ξαναγύρισαν τα παιδιά της ΔΙ.ΑΣ. στη σκοπιά τους στην οδό Σμολένσκυ του Νέου Φαλήρου την επομένη της κηδείας. Ψηλά γεροδεμένα παλικάρια με ακόμη σχεδόν παιδικό καλωσυνάτο πρόσωπο. Γύρισαν συννεφιασμένα, αλλά και αποφασισμένα. Σταματήσαμε και τους μιλήσαμε. Παίρνουν δύναμη από την αγάπη του κόσμου, το παραδέχονται. «Γι’ αυτό είμαστε κι εμείς εδώ», η λιγόλογη απάντηση. Είναι σε υπηρεσία, άλλωστε. «Πενθούμε τους συναδέλφους μας που χάθηκαν, αλλά συνεχίζουμε». Με τέτοιες φράσεις βγήκαν επιτύμβια «ότι τήδε κείμεθα» και αρχαία ρητά «Θνήσκε υπέρ πατρίδος». Αυτά πες τα στις οικογένειες των παιδιών στο Περιστέρι και στα Τρίκαλα, στις σφαλιστές πόρτες. Το πένθος της οργής έχει βαθιές ρίζες. Τα παιδιά της ΔΙ.ΑΣ. γύρισαν στη σκοπιά τους. Πρέπει να προστατευθούν, να εκπαιδευθούν κι ο κόσμος ο πολύς, ο βουβός ώς τώρα, ζητά έργο από τους ανώτερους βαθμοφόρους, αποτέλεσμα και παραδειγματική τιμωρία. Εστιν Δίκης οφθαλμός ος τα πάνθ’ ορά…
ΤΗΛΕΦΟΣ