ΑΠΟΨΕΙΣ

Η διέλευση του κ. Νταβούτογλου

Η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας κ. Αχμέτ Νταβούτογλου στην Αθήνα ήταν μια αδέξια επιχείρηση δημοσίων σχέσεων. Ερμήνευσε θεωρητικώς την de facto προκλητική και επικίνδυνη ενίοτε συμπεριφορά της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας και του ναυτικού στο Αιγαίο. Η πρότασή του περί αμέσου άρσεως του casus belli στην περίπτωση που η ελληνική κυβέρνηση δεσμευόταν ότι δεν θα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα έως και 12 μίλια, συνιστά παραδοξότητα. Το τουρκικό Κοινοβούλιο με ψήφισμά του προέβαλε την απειλή πολέμου για να εξαναγκάσει την ελληνική κυβέρνηση να μην προβεί σε επέκταση των χωρικών της υδάτων. Με άλλα λόγια, αυτό που διετυπώθη ως απειλή πριν από χρόνια, παρουσιάζεται σήμερα ως προσφορά καλής θελήσεως. Πρόκειται περί ελιγμού κατώτερου της ευφυΐας του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών.

Καθόσον αφορά την καινοτόμο αντίληψη του κ. Νταβούτογλου ότι το Καστελόριζο βρίσκεται στη Μεσόγειο, απλώς υπενθυμίζεται ότι το νησί αυτό ανήκει στο σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων, που περιήλθαν στην ελληνική διοίκηση από τους Ιταλούς το 1946, και ότι όταν η Ιταλία απέσπασε τα Δωδεκάνησα από την Τουρκία, το 1912, είχε προσδιορίσει με την τότε οθωμανική κυβέρνηση και τα θαλάσσια σύνορα των Δωδεκανήσων.

Εάν ο κ. Νταβούτογλου ανησυχεί ότι με τον προσδιορισμό της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) -και εξαιτίας του Καστελορίζου- οι ΑΟΖ Ελλάδος και Κύπρου ενώνονται και η Τουρκία εγκλωβίζεται, αυτό είναι πρόβλημα διαφορετικής ποιότητος, που δεν υπερκεράται με την αυθαίρετη τοποθέτηση μιας νήσου κάπου στη Μεσόγειο. Φαίνεται όμως ότι πρωταρχικός στόχος της διελεύσεως του κ. Νταβούτογλου από τη χώρα μας ήταν η επίσκεψή του στη Θράκη, η τηλεοπτική προβολή του ενδιαφέροντός για τους Μουσουλμάνους της περιοχής, και το προσκύνημά του στο σπίτι του Μουσταφά Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη, εν όψει των εκλογών στην Τουρκία, στις οποίες θα είναι για πρώτη φορά υποψήφιος.

Αλλά και στη Θράκη σημειώθηκαν εντάσεις και γενικώς τα συμπεράσματα είναι ότι όσο πιο κοντά ερχόμαστε τόσο πιο πολλά μας χωρίζουν με τους Τούρκους. Ας αφήσουν λοιπόν οι πολιτικοί και των δύο κρατών τη δυναμική της οικονομίας να αμβλύνει τις διαφορές, αφού οι ίδιοι απέτυχαν επί δεκαετίες.