ΑΠΟΨΕΙΣ

Και καριέρες η γλώσσα τσακίζει

Το να αποπεμφθεί ένας πρωταγωνιστής από ένα σίριαλ δεν είναι είδηση. Γίνεται είδηση όταν αυτός είναι ο πιο ακριβοπληρωμένος ηθοποιός στη μεγαλύτερη τηλεοπτική βιομηχανία του κόσμου, ο Τσάρλι Σιν, που αμειβόταν με δύο εκατ. δολάρια για κάθε επεισόδιο της κωμικής σειράς του CBS «Τwo and a Half Men» (στην Ελλάδα προβάλλεται στο Star). Τη Δευτέρα το κανάλι ανακοίνωσε την απόλυση του ηθοποιού. Η αιτία δεν ήταν κάτι κακό που έκανε, αλλά κάτι κακό που είπε, δηλαδή σε μια συνέντευξη αποκάλεσε «παλιάτσο» τον παραγωγό του.

Την Τετάρτη παραιτήθηκε η Βίβιαν Σίλερ, επικεφαλής του ΝRΡ (Νational Public Radio) των Ηνωμένων Πολιτειών, όχι για κάτι που είπε η ίδια, αλλά για κάτι που είπε ο υπεύθυνος του τμήματος συγκέντρωσης πόρων της κρατικής ραδιοφωνίας. Εκείνος είχε δεχτεί την πρόσκληση για δείπνο δύο κυρίων, οι οποίοι του παρουσιάστηκαν σαν μέλη μιας ισλαμικής οργάνωσης που ήθελε να κάνει μια νόμιμη χορηγία στο NRP. Στη διάρκεια της συζήτησης, αυτός αναφέρθηκε στο περιβόητο Τea Party, το «Πάρτι τσαγιού», χαρακτηρίζοντάς το «ρατσιστικό και ξενοφοβικό». Στην πραγματικότητα, οι δύο αυτοί κύριοι ήταν «βαλτοί» (για να μη χρησιμοποιήσουμε πιο βαριά έκφραση) από έναν ακραίο συντηρητικό ακτιβιστή, τον Τζέιμς Ο’ Κίφι. Ετσι, απαθανάτισαν με κρυφή κάμερα τον συνδαιτυμόνα τους και ο καθοδηγητής τους φρόντισε να αναρτηθεί το βίντεο στο Διαδίκτυο. Ακολούθησαν οι παραιτήσεις του στέλεχους του NRP και της προϊσταμένης του.

Πασίγνωστη είναι η υπόθεση του σχεδιαστή μόδας Τζον Γκαλιάνο, ο οποίος απολύθηκε από τον οίκο Ντιορ. Η αιτία ήταν τα ακραία αντισημιτικά σχόλια που έκανε στις 24 Φεβρουαρίου, ενώ τα έπινε σε ένα μπαρ. Κάποιος τον βιντεοσκόπησε με το κινητό του… και η συνέχεια επί του Διαδικτύου.

Ενας σταρ του σινεμά και της τηλεόρασης, ένας μάγος του κόσμου της μόδας και ένας τεχνοκράτης… τρία επεισόδια αποπομπής σε περίπου δέκα ημέρες. Διαφορετικοί οι λόγοι, όμως υπάρχει κάποιο κοινό νήμα. Ο Σιν είπε τα βαριά του λόγια ενώ βρισκόταν σε πρόγραμμα αποτοξίνωσης από ναρκωτικά και αλκοόλ. Ο Γκαλιάνο ήταν λιώμα όταν ξέσπασε στο προσβλητικό παραλήρημα. Ο τρίτος απλώς πιάστηκε κορόιδο και είπε κάτι που για δεκάδες εκατομμύρια συμπατριωτών του είναι αυτονόητο.

Και στις τρεις περιπτώσεις, κάποιοι άνθρωποι, που δεν θα τους χαρακτηρίζαμε «παιδιά της διπλανής πόρτας», απέδειξαν ότι η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει – όχι όμως τα κόκαλα των άλλων, αλλά εκείνα του ιδιοκτήτη της γλώσσας. Είναι αυτονόητο πως ό,τι λέμε, είτε νηφάλιοι είτε απογειωμένοι, έχει ένα τίμημα. Αναρωτιέμαι όμως αν βρισκόμαστε μπροστά σε μια έκρηξη παγκόσμιας ευαισθησίας ή στις απαρχές ενός νέου τύπου λογοκρισίας, σύμφωνα με την οποία τα λόγια του αέρα, του οινοπνεύματος -και της κρυφής κάμερας- θα μετρούν πιο πολύ από τις πράξεις, από τα καλά ή ολέθρια έργα των ανθρώπων.