ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ

Τι θα μπορούσα σε μια σύντομη βιβλιοπαρουσίαση να γράψω παραπάνω για τον Μένη Κουμανταρέα, έναν από τους συγγραφείς χάρη στους οποίους αποφάσισα να γίνω κριτικός προκειμένου να ανακαλύψω τι είναι εκείνο που τόσο με θέλγει στα γραπτά τους; Μόνο ότι διαβάζοντας την «Ξεχασμένη φρουρά. Τα κρυφά χαρτιά του συγγραφέα» (Καστανιώτης, σελ. 353) παγιδεύτηκα αμέσως, για μια ακόμα φορά· γοητεύτηκα από την στοχαστική του διάθεση· θαύμασα αυτό το παράξενο μείγμα διεισδυτικότητας και φιλίας απέναντι στους ανθρώπους που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην τέχνη. Ενα είδος αλληλεγγύης που πηγάζει αβίαστα μυθοποιώντας αλλά όχι εξιδανικεύοντας· ένας σταθερός δεσμός ο οποίος στηρίζεται στο ασφαλές έδαφος που δημιουργούν οι ανιδιοτελείς σχέσεις. Ο Κουμανταρέας εξιστορεί, συζητά, παρατηρεί, διαβάζει, θυμάται και υπενθυμίζει. Πρόκειται για την σοβαρότητα ενός ουσιαστικού, πολύ ζεστού τόνου, σε απολύτως διαφορετική κατεύθυνση προς το ολοκληρωτικά καταστροφικό κλίμα της γενικευμένης εριστικότητας μέσα στο οποίο βρισκόμαστε ριγμένοι.

Οπως η ποίηση, έτσι και η διηγηματογραφία καταλαμβάνει θέση πολιορκητικού κριού στη μάχη της λογοτεχνίας. Χωρίς να θρέφει αυταπάτες πως είναι δυνατόν να επιτύχει την αναγνωστική αναγνώριση που έχει εξασφαλίσει το μυθιστόρημα ως είδος, το διήγημα σε πολύ μεγάλο βαθμό προσπαθεί ανιδιοτελώς, αγωνίζεται χωρίς παραχωρήσεις να καταλάβει το οχυρό της αμιγούς τέχνης. Δοκιμάζει τρόπους, παλεύει για την καλλιέργεια ενός δραστικού λόγου, πειραματίζεται, ψάχνει. Στα 43 του χρόνια ο Ηλίας Λ. Παπαμόσχος κυκλοφορεί την τρίτη συλλογή «Λειψή αριθμητική» (Κέδρος, σελ. 252) με 34 σύντομα διηγήματα. Στο «Καλό ταξίδι, κούκλα μου…» με το οποίο πρωτοεμφανίστηκε πριν από έξι χρόνια, οι ιστορίες του κινούνταν στο πλαίσιο ενός οικογενειακού χρονικού. Και ο τόνος του ήταν ως επί το πλείστον εξομολογητικός – στη γραμμή που έχουν καλλιεργήσει πολλοί Βορειοελλαδίτες διηγηματογράφοι, από τον Γιώργο Ιωάννου και τον Περικλή Σφυρίδη μέχρι τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη, τον Τάσο Καλούτσα και τον Βασίλη Τσιαμπούση. Στο νέο του βιβλίο δεν υπάρχει ενιαίος άξονας. Ο Παπαμόσχος κινείται προς ποικίλες κατευθύνσεις. Μια εντύπωση από ένα στιγμιότυπο, ένα όνειρο, η κατάθεση ενός βιώματος, η σχέση με οικείους ανθρώπους, ένα τυχαίο συναπάντημα. Αλλού η αποτύπωση είναι ρεαλιστική, αλλού ο λόγος πυκνώνει ποιητικά μέσω μιας απροσδόκητης νοηματικής σύζευξης, αλλού οι αλλεπάλληλες παρομοιώσεις αποκαλύπτουν μια εξπρεσιονιστική συγγραφική τάση. Η σύνθεση είναι περισσότερο φυγόκεντρος παρά κεντρομόλος. Κι ενώ συνήθως εκτιμώ τη δυνατότητα ενός συγγραφέα να ελέγχει τα εκφραστικά μέσα του και να δημιουργεί ένα ενιαίο ύφος, μια συνολική ατμόσφαιρα η οποία εκφράζει την ταυτότητά του, στη συλλογή αυτή αντιθέτως εκτιμώ την αναζήτηση και την άρνηση εφησυχασμού. Μπορεί να είναι παράγωγο αμηχανίας και απόρροια κάποιου αδιεξόδου για το πώς ο συγγραφέας θα προχωρήσει παρακάτω, φανερώνει ωστόσο εγρήγορση και αγωνιστικό καλλιτεχνικό ήθος.

Στο αυτοβιογραφικό έργο «Ο Κώδικας της μάσκας. Αναπαραστάσεις και παρασκήνια ανεπίστρεπτου χρόνου» (εκδ. Προσκήνιο, σελ. 558), ο σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας Νίκος Περέλης εξιστορεί λεπτομερώς την μακρά πορεία του στις θεατρικές σκηνές, στην Ελλάδα και στον Καναδά. Αρχίζει με την πρώτη ανάμνηση της ζωής του. Βρέφος σχεδόν προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του, παλεύει με τα ακροδάχτυλά του να αγγίξει την ηλιαχτίδα, που η ίδια κάθε πρωί, εκτοξεύεται από το μισόκλειστο παράθυρο πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Κι ακόμα η ανάμνηση από ένα ποτάμι, από μια ανθρωποθάλασσα, από άντρες, γυναίκες, παιδιά, γριές και γέρους που, γεμίζοντας ασφυκτικά τον μακρύ δρόμο μπροστά στο σπίτι του, σηκώνουν τα χέρια τους ψηλά και μουγκρίζουν ξαφνικά με ορθάνοιχτα στόματα μια κραυγή που ο μικρός δεν καταλαβαίνει τι λέει, δύο φωνήεντα «Ε-Α» και ένα «Μ». Σκηνές συγκλονιστικές που ο καθένας θα ήθελε να έχει γράψει. Παιδικά χρόνια στη Λέσβο, σπουδές στο Εθνικό, αρχή της σταδιοδρομίας, δικτατορία, Κεμπέκ. Το βιβλίο πολύ γρήγορα ωστόσο χάνει τον υποβλητικό του ρυθμό καθώς μετατρέπεται σε μια σχοινοτενή αναφορά απ’ την ανάμνηση δεκάδων γεγονότων. Τα περιστατικά μάλιστα συχνά καταλήγουν σε περιγραφές συγκρούσεων που ο σκηνοθέτης είχε στον επαγγελματικό του βίο με την παράθεση επιστολών, συνεντεύξεων και δημοσιευμάτων στον Τύπο. Υποθέτω πως το υλικό αυτό μπορεί να αποτελέσει χρήσιμη τεκμηριωτική ύλη για τον ειδικό. Κρίμα όμως που οι προτεραιότητες άλλαξαν. Και ο πόθος καταγραφής του συγκλονιστικού δείχνει να υποσκελίσθηκε ολοκληρωτικά σχεδόν, από την επιθυμία της δικαίωσης.