ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα επώδυνα διλήμματα του κυβερνήτη

Κανείς δεν θα ‘θελε να αντιμετωπίζει τέτοια διλήμματα, αλλά κανένας κυβερνήτης δεν μπορεί να τα αποφύγει. Τι προέχει; Η εφαρμογή του νόμου με όση σκληρότητα αναπόφευκτα τη συνοδεύει ή η προστασία της ανθρώπινης ζωής έστω κι αν παραβιάζεται ο νόμος; Πώς αποφασίζουμε όταν αλληλοσυγκρούονται αξίες μας; Τήρηση των νόμων ή σεβασμός οικουμενικών αξιών; Είμαστε πρωτίστως πολίτες ή προεχόντως ανθρωπιστές;

Δύσκολα ερωτήματα. Οχι μόνο επειδή οι απαντήσεις δεν είναι προφανείς, αλλά γιατί ο κυβερνήτης συχνά καλείται να επιλέξει όχι μεταξύ «σωστού» και «λάθους», αλλά μεταξύ δύο «σωστών» ή δύο «κακών». Στο πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, τέτοια διλήμματα είναι οδυνηρά: δοκιμάζουν τη διανοητική διαύγεια και την ηθική συγκρότηση του κυβερνήτη.

Αντιμετωπίζοντας την παρατεταμένη απεργία πείνας των τριακοσίων λαθρομεταναστών στο μέγαρο Υπατία, ο υπουργός Εσωτερικών κ. Ραγκούσης βρισκόταν στη δύσκολη θέση του Κρέοντος στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλέους: να εφαρμόσει τον νόμο ή να αποφασίσει με γνώμονα ανθρωπιστικά κριτήρια; Αντικρίζοντας το πτώμα του Πολυνείκη, ο Κρέων και η Αντιγόνη υπερασπίζονται δύο αντικρουόμενες αξίες: τους «νόμους χθονός» (τους νόμους της πόλης) και την «θεών ένορκον δίκαν» (τη δικαιοσύνη των θεών). Οι νόμοι ρυθμίζουν την έλλογη συμβίωση μιας κοινότητας, αλλά δεν αρκούν. Το ρητό ζει στη σκιά του άρρητου, ο νόμος δεν καθορίζει κατ’ αποκλειστικότητα αυτός και μόνο το πρακτέο, ούτε εξαντλεί το απαγορευμένο. Ούτε όμως η δικαιοσύνη των θεών αρκεί· αν αρκούσε «δεν θα υπήρχε ούτε «Αντιγόνη» ούτε τραγωδία», επισημαίνει ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Η τραγωδία προϋποθέτει την ασάφεια του ανθρώπινου βίου, την ελευθερία της επιλογής.

Ο υπέρμαχος των νόμων της πόλεως Κρέων γίνεται, παραδόξως, «άπολις», στο μέτρο που παραμένει καθηλωμένος στο «μόνος φρονείν» – ο λόγος του δεν διαπερνάται από τον λόγο των άλλων. Αλλά εξίσου «άπολις» γίνεται και η Αντιγόνη, στον βαθμό που παραγνωρίζει ότι πόλις χωρίς νόμους δεν μπορεί να υπάρξει. Ακόμα κι όταν έχουμε δίκιο, παρατηρεί ο Καστοριάδης, καταλήγουμε να έχουμε άδικο, αν επιμένουμε να έχουμε δίκιο μόνο εμείς («μόνος φρονείν). Οταν ακούμε τον λόγο των άλλων («ίσον φρονείν»), αποφεύγουμε την «ύβριν», συνυφαίνουμε διαφορετικές φωνές, εμπλουτίζουμε τον κοινό λόγο της πόλεως· αναπτύσσουμε τη φρόνηση, γινόμαστε «υψιπόλιδες». Για τον χριστιανό ή τον κοσμικό ανθρωπιστή, η φιλαλληλία αποτελεί υπέρτατη αξία. Με βάση αυτή, ο υπουργός Εσωτερικών έπρεπε να νομιμοποιήσει άνευ όρων τους λαθρομετανάστες-απεργούς πείνας. Αν εξαιρέσουμε τους ιδεοληπτικούς αριστερούς που, σαν τα σκυλιά του Παβλόφ, υιοθετούν κάθε διαμαρτυρία αμφισβητεί την «αστική νομιμότητα», οι περισσότεροι που συμπαραστάθηκαν στους απεργούς πιθανότατα εμφορούνταν από ανθρωπιστικά κίνητρα.

Κατανοητό αυτό, αλλά, προκειμένου να μπορεί μια κοινότητα να δεχθεί τους λαθρομετανάστες πρέπει να μπορεί να υπάρχει ως τέτοια· να μπορεί να προστατεύει συντεταγμένα τον εαυτό της, ήτοι τους «νόμους χθονός» που τη συγκροτούν ως κοινότητα. Συνεπώς, οι αποφάσεις των ηγετών μας οφείλουν να σέβονται τους νόμους. Αλλά και η εφαρμογή των νόμων δεν μπορεί να παραγνωρίζει την ανθρώπινη οδύνη – τότε δεν θα ήμασταν τα έλλογα όντα που θέλουμε να είμαστε. Οι απεργοί πείνας έθεσαν δραματικά υπόψη μας την εξαθλιωμένη κατάσταση συνανθρώπων που εργάζονται παράνομα στη χώρα μας. «Αμα δεν έχεις χαρτιά είσαι σαν ζώο», λέει ένας απεργός στη Μ. Μαργωμένου («Κ», 27/2/2011). Ο τρόπος του βίου που, κατ’ αρχήν, έχουμε υιοθετήσει ως πολιτική κοινότητα προασπίζεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, δεν δέχεται να αντιμετωπίζεται ο άνθρωπος σαν ζώο. Αρα, κάτι έπρεπε να κάνουμε.

Τι όμως; Ο φρόνιμος κυβερνήτης πασχίζει να συνυφάνει τους «νόμους χθονός» με τη «θεών ένορκον δίκαν». Γνωρίζει ότι το «παίγνιο» είναι επαναλαμβανόμενο: η πολιτεία θα βρεθεί και στο μέλλον ενώπιον του ιδίου διλήμματος. Αν το αντιμετώπιζε εφαρμόζοντας τυφλά τον νόμο, θα έστελνε μεν ισχυρό μήνυμα στους επίδοξους λαθρομετανάστες, αλλά θα αδιαφορούσε για τη ζωή των συγκεκριμένων απεργών πείνας. Αν, αντιθέτως, επέλεγε την παραβίαση του νόμου, όπως τον προτρέπουν μεταξύ άλλων μερικοί λαϊκιστές πολιτικάντηδες, τότε θα καθιστούσε την Ελλάδα ευάλωτη σε κύματα λαθρομεταναστών. Οταν ενδίδεις, προσελκύεις.

Ο νόμος είναι σύνθετη κατασκευή, δεν είναι άσπρο – μαύρο. Οι απεργοί πείνας διαφοροποιούνται μεταξύ τους ως προς τις προϋποθέσεις νομιμοποίησής τους. Η απόφαση του κ. Ραγκούση ήταν φρόνιμη: κατ’ εφαρμογήν του νόμου, παρέχει καθεστώς ανοχής στους λαθρομετανάστες, αναστέλλοντας για ένα εξάμηνο (με δυνατότητα ανανέωσης) την απέλασή τους, με την προοπτική επανεξέτασης των ατομικών φακέλων τους και τροποποίησης του νόμου σε ό,τι αφορά ένσημα, χρόνο παραμονής κ.λπ. Αν καθόριζε ανώτατο όριο στη δυνατότητα ανανέωσης, η απόφασή του θα έδειχνε μεγαλύτερη πυγμή.

Ο υπουργός δεν έμεινε ανεπηρέαστος από το δράμα των απεργών πείνας, αλλά και δεν παραβίασε τον νόμο. Υπερασπίστηκε φρόνιμα τη νομιμότητα. Οπως η Αντιγόνη, οι απεργοί πείνας αρχικά έμειναν καθηλωμένοι στο «μόνος φρονείν», αγνοώντας την έννομη τάξη της πόλεως. Το ότι διακινδύνευσαν τη ζωή τους δεν κατέστησε την «ύβριν» τους περισσότερο αποδεκτή, όπως η θυσία της Αντιγόνης δεν δικαιώνει την άμετρη εναντίωσή της στον νόμο.

Αν η υπόθεση των απεργών πείνας της Υπατίας μάς δυσκόλεψε να βρούμε στοχαστικά κριτήρια αντιμετώπισής της, είναι τόσο γιατί η έννοια του νόμου έχει χρεοκοπήσει στη συνείδησή μας, όσο και γιατί έχουμε χάσει την αυτοπεποίθησή μας ως πολιτική κοινότητα. Δεν ξέρουμε πότε πρέπει να είμαστε άτεγκτοι, πότε να υποχωρούμε, πώς να συνυφαίνουμε αλληλοσυγκρουόμενες αξίες. Τουλάχιστον, εν προκειμένω, φαίνεται να διαθέτουμε έναν σοβαρό υπουργό Εσωτερικών. Κάτι είναι κι αυτό…

* Ο κ. Χ. Κ. Τσούκας ([email protected]) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.