ΑΠΟΨΕΙΣ

Αποτυπωματα

«Τα μόνα μαγαζιά που θ’ αντέξουν την κρίση είναι τα κινέζικα», έλεγε κάποιος γνωστός, αναφερόμενος στο γνωστό φαινόμενο του λουκέτου. «Εχεις δει κανένα κινέζικο να κλείνει; Οι Κινέζοι που δουλεύουν στην Ελλάδα είναι ικανοί να ζήσουν με μια χούφτα ρύζι την ημέρα, δεν ζητάνε πολλά».

Αν και οι πελάτες έχουν αραιώσει, τα κινέζικα πράγματι επιβιώνουν – τα κινέζικα που από επίθετο έγιναν ουσιαστικό («θα πάω στα κινέζικα που μ’ έχουνε μιλήσει…»). Ομως, μια μικρή είδηση μας υπενθύμισε ότι οι Κινέζοι δεν είναι αθάνατοι. Εξι «υπήκοοι της Κίνας» κάηκαν ζωντανοί σε ένα κτίριο στο Αιγάλεω από πυρκαγιά που ξέσπασε τα χαράματα της περασμένης Τρίτης. Στο ισόγειο βρισκόταν το κατάστημα με τα είδη ρουχισμού, στο υπόγειο η αποθήκη, ενώ ο όροφος είχε διαμορφωθεί σε κατοικία. Οι νεκροί ήταν ταυτόχρονα ιδιοκτήτες και εργαζόμενοι στην επιχείρηση: μάνα, πατέρας, παιδιά, κάποιοι συγγενείς. Εύφλεκτα, συνθετικά τα υλικά, εύκολα η φωτιά διαδόθηκε.

Αναρωτιέται κανείς αν τα χιλιάδες καταστήματα, κινέζικα και μη, έχουν ποτέ ελεγχθεί ως προς την πυρασφάλεια, όπως αναρωτιέται κανείς πού, πώς ζουν οι Κινέζοι έμποροι και σε ποιο βαθμό είναι ενσωματωμένοι στην ελληνική κοινωνία, αν και μάλλον δεν ενδιαφέρονται να ενσωματωθούν. Αυτούς ποτέ δεν τους αποκαλούμε αλλοδαπούς ή (λαθρο)μετανάστες: είναι απλώς «οι Κινέζοι», οι «μεγαλοκινέζοι», που διατηρούν μεγαλούτσικα καταστήματα, και οι «μικροκινέζοι», που τα μαγαζιά τους συχνά στεγάζονται σε απίθανες τρύπες, όπως και οι ίδιοι.

Επίσης, αναρωτιέται κανείς τι θα αντικρίσουν οι απογραφείς της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας που θα αναλάβουν την καταγραφή των καταστημάτων, των αποθηκών και των κατοικιών στις αρχές της Πειραιώς, που έχει μετατραπεί σε Τσάιναταουν, αλλά και τι εικόνες αθλιότητας θα αντικρίσουν σε πολλές υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας. Πώς θα συμπληρώσουν τα έντυπα όπου πρέπει να σημειωθούν το εμβαδόν των κτιρίων, η δεκαετία της ανέγερσής τους, η χρήση τους, ο αριθμός των ενοίκων τους, πώς θα μεταφραστεί η γκετοποίηση σε στατιστικά στοιχεία; Και πόσο συνεργάσιμοι θα αποδειχτούν οι κάτοικοι της σκοτεινής πλευράς της πόλης;

Δεν ξέρω αν οι Κινέζοι πωλητές ευημερούν ή απλώς επιβιώνουν, όμως μάλλον θα ευημερούν οι Κινέζοι επενδυτές, οι εισαγωγείς των φτηνών προϊόντων, που παράγονται σε εργοστάσια-κάτεργα, τα λεγόμενα sweatshops, στην άλλη, την εφιαλτική όψη του κινεζικού θαύματος. Και τώρα μεσίστια μοιάζουν να αιωρούνται τα χάρτινα φαναράκια με τις χρυσαφιές φούντες έξω από τα κινέζικα σε όλη την Ελλάδα, ενώ άβυσσος χωρίζει την εξαίσια «Μια νύχτα στο Αιγάλεω», την οποία έγραψε ο Μποστ τη δεκαετία του ’60, από τη νύχτα των έξι νεκρών στο Αιγάλεω του 2011.

Και όμως, πολλοί προτιμούν το πικρό ρύζι της ξενιτιάς από το δυσεύρετο και φαρμακωμένο της δικής τους χώρας. Κάτια τέτοιο συνέβη με τους εκ Λιβύης Μπανγκλαντεσιανούς που, δύο νύχτες νωρίτερα, όταν φάνηκαν τα πρώτα φώτα της Σούδας, προτίμησαν να ριχτούν στην παγωμένη θάλασσα παρά να αποβιβαστούν από το «Ιonian King» και να επαναπατριστούν. Πάντα σκληρή η ξενιτιά, όμως ακόμα σκληρότερη φαίνεται πως είναι η πατρίδα. Φθηνή, αναλώσιμη γίνεται η ζωή του ξενιτεμένου και, κοντά σ’ αυτήν, και η δική μας.

Καμένη σάρκα μυρίζουν τα κινέζικα μαγαζιά που ντύνουν τους φτωχούς, αν και made in China είναι πολλά από τα προϊόντα που αγοράζουμε και στα ελληνικά καταστήματα, τα «κανονικά». Ο τίγρης και ο δράκος είναι παγκόσμιοι, βρίσκονται εδώ και μας παραφυλάνε, ενώ το εξωτικό τους άρωμα θα το συναντήσουμε μόνο στο σινεμά.