ΑΠΟΨΕΙΣ

H κρυφή κάμερα έχει(;) κέφια

Υπάρχουν πολλών ειδών φάρσες. Αλλες φέρουν τη σφραγίδα του εμπνευστή τους, ενώ άλλες είναι ετοιματζίδικες, μαζικής παραγωγής και παντός καιρού. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι φάρσες στις οποίες στηρίζεται η νέα εκπομπή του ΑΝΤ1 «Πλάκα κάνεις».

Η κεντρική ιδέα είναι απλή. Οι δύο παρουσιαστές πλησιάζουν έναν ανυποψίαστο θνητό σε κάποιο δημόσιο χώρο, π.χ. μια καφετέρια, και του ζητούν να κάνει κάποιες τρελίτσες ώστε να κερδίσει μέχρι 4.000 ευρώ. Απαραίτητος όρος είναι να μην αντιληφθεί η παρέα του ότι ο παίκτης δεν δρα αυθορμήτως αλλά εκτελεί διατεταγμένη τηλεοπτική υπηρεσία. Τουλάχιστον τρεις κρυφές κάμερες κι ένα κρυφό μικρόφωνο καταγράφουν την εξέλιξη της φάρσας, ενώ ο παίκτης δέχεται εντολές και καθοδήγηση μέσω ενός κρυμμένου ακουστικού.

Είναι λιγάκι εξαντρίκ, αλλά όχι προσβλητικά αυτά που πρέπει να κάνει ο παίκτης. Π.χ., μια μεσόκοπη μαμά θα ταΐσει τον ενήλικο γιο της ένα αυγουλάκι μπροστά σε όλο τον κόσμο. Στο εστιατόριο, ένας σοβαρός κύριος πρέπει να ρουφήξει τη σούπα του με το καλαμάκι ή να γυμνωθεί από τη μέση και πάνω και να αλείψει την κορμάρα του με λάδι. Ολα αυτά υποτίθεται ότι είναι αστεία ή μάλλον τα καθιστά αστεία η αμηχανία ή η ντροπή του «κολλητού» του παίκτη. Στο τέλος έρχεται η κάθαρση. Οι παρουσιαστές ξετρυπώνουν από τη γειτονική κρυψώνα τους και δίνουν εξηγήσεις. Ο νικητής, με τις 4.000 ευρώ στην τσέπη, πλέει σε πελάγη ευτυχίας, η συντροφιά του τον συγχωρεί για την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του, ενώ σερβιτόροι και εστιάτορες αγάλλονται επειδή διαφημίστηκε το μαγαζί τους.

Αναρωτιέμαι για πότε η παραγωγή προλαβαίνει να στήσει και τις τρεις κάμερες χωρίς κανείς να πάρει είδηση, όπως και το πώς ο παίκτης και ο ανυποψίαστος συμπαίκτης του διαλέγουν πάντα ένα τραπέζι με τον κατάλληλο φωτισμό και σε θέση που επιτρέπει την πανοραμική παρακολούθησή του. Ισως, όμως, όλα να είναι αυθόρμητα και αθώα και η τεχνολογία να έχει κάνει άλματα τα οποία εμείς αγνοούμε.

Μια ωραία, μια έξυπνη φάρσα είναι δύσκολη και σοβαρή υπόθεση. Θέλει χρόνο, προετοιμασία, αλλά και την ικανότητα να μπαίνουμε στη θέση του άλλου· θέλει φαντασία, τόλμη αλλά και λεπτότητα, ώστε να καταλήγει στο λυτρωτικό γέλιο και όχι σε αισθήματα πικρίας.

Προσωπικά, βρίσκω άνοστες και παιδαριώδεις τις πλακίτσες του «Πλάκα κάνεις», όμως δεν θα μπορούσαν να ήταν κάτι άλλο. Τέτοιου τύπου φάρσες επιβάλλει το «κόνσεπτ» της εκπομπής. Σημασία δεν έχει η ποιότητα των τηλεοπτικών χωρατών, αλλά η δική μας βαρεμάρα, αδιαφορία και αδυναμία να σκαρώσουμε τις προσωπικές μας φάρσες, να πούμε και να μοιραστούμε με τους φίλους μας τα δικά μας αστεία. Προτιμάμε την εύκολη λύση, δηλαδή να αναπαράγουμε, να επαναλαμβάνουμε τις ατάκες των σατιρικών εκπομπών και να παρακολουθούμε στο Διαδίκτυο τις φάρσες ή τις χοντράδες των άλλων. Και τώρα διασκεδάζουμε με φάρσες βγαλμένες όχι μέσα από τη ζωή, αλλά από την κρυφή κάμερα.