ΑΠΟΨΕΙΣ

Εφαρμογή πρώτα, ρύθμιση μετά

Δεν υποτιμώ όσα παραχώρησαν στην Ελλάδα οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι, με τον χρόνο αποπληρωμής του χρέους και τη μείωση του κόστους. Ομως, όταν θα έχει κάνει και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τη δική του αντίστοιχη δουλειά, το πρακτικό αποτέλεσμα θα είναι μικρό όσο κι αν κάνει τη διαφορά. Στην πράξη, λοιπόν, το υψηλότερο σημείο του κόστους εξυπηρέτησης (ως αναλογία στις εκτιμώμενες εισπράξεις από εξαγωγές) θα μειωθεί για την περίοδο 2013-2015 από 17% σε 12,6%.

Η σύγκριση με τα έσοδα από πωλήσεις στις διεθνείς αγορές είναι η μόνη που θα μας απασχολεί για πολύ καιρό. Αυτό που μας δημιούργησε το πρόβλημα της σχεδόν πτώχευσης ήταν ότι το μεγαλύτερο μέρος των χρεών που δημιούργησαν το κράτος και οι τράπεζες βρίσκεται σε χέρια «ξένων» και όχι Ελλήνων. Το αντιλαμβάνονται πολύ καλά όσοι, κυρίως στον ευρύτερο χώρο της λεγομένης «Αριστεράς», ζητούν τη χρεοκοπία, ως εκδίκηση της περήφανης Ελλάδας προς τους «κακούς κεφαλαιοκράτες». Αν τα κρατικά ομόλογα βρίσκονταν σε ελληνικά χέρια, οι «απόψεις» τους θα διέφεραν και βάζω στοίχημα με όποιον το επιθυμεί για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Μοιάζει παράδοξο, αλλά είναι αληθινό: «Οι κίνδυνοι να μην επιτύχει (η Ελλάδα) την επιστροφή της στην αγορά ομολόγων είναι σαφώς μεγαλύτεροι σήμερα»! Θα περίμενε κανείς το ακριβώς αντίθετο από την παρατήρηση αυτή που συναντά στη σελίδα 21 της τελευταίας, τρίτης, έκθεσης των εμπειρογνωμόνων του Ταμείου. Εξάλλου, αμέσως μετά, σημειώνουν πως «οι προοπτικές θα βελτιώνονται όσο θα προχωρά η δυναμική εφαρμογή του προγράμματος και αυτό θα βοηθά τις (οικονομικές) αρχές να χτίζουν καλή φήμη». Ωραία ακούγεται, αλλά κάπως ασαφές. Δεν αρκούν, δηλαδή, οι «δρασκελιές» που όπως σημειώνουν οι άνθρωποι του Ταμείου κάναμε «στην κατεύθυνση των στόχων (του προγράμματος)»; Δεν είναι επαρκές το γεγονός ότι «συμπληρώσαμε με επιτυχία την πρώτη φάση προσαρμογής»;

Ακόμη κι όταν οι απαντήσεις δεν είναι αρνητικές, σίγουρα δεν είναι θετικές. Το μυστικό κρύβεται στον εξής, πολύ απλό όσο και στυγερό, συλλογισμό: όλα παίζονται τώρα στην ικανότητα εφαρμογής. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να περάσει ο νόμος, πρέπει να εφαρμοστεί, να δούμε τα αποτελέσματα χειροπιαστά, να είναι τα αποτελέσματα καλά και να τα αποδεχτεί η αγορά με ενθουσιασμό. Ποιος, στην πατρίδα που γνωρίζουμε, στο κράτος που γνωρίζουμε, στην κυβέρνηση που γνωρίζουμε, στις επιχειρήσεις που γνωρίζουμε, στον στενό μας κύκλο που γνωρίζουμε είναι διατεθειμένος και ικανός για να κάνει αυτό ακριβώς; Η έκθεση του Ταμείου δεν αφήνει περιθώρια δεύτερης σκέψης.

Στην πράξη, αγορές, επίσημοι, τεχνοκράτες, βοηθοί πολιτικών, τραπεζίτες και πολλοί άλλοι ακόμη, έχουν πλήρως αντιληφθεί ότι το ελληνικό χρέος θα τεθεί σε καθεστώς ελεγχόμενης ρύθμισης, μεταξύ του δεύτερου μισού του 2012 και των αρχών του 2013. Η εξέλιξη αυτή είναι σπουδαία και θα επιτρέψει την αναδιαπραγμάτευση όλων των βασικών χαρακτηριστικών του χρέους, σε όφελος και των πιστωτών μας και της εθνικής οικονομίας. Μόνη προϋπόθεση για να προχωρήσουν ομαλά τα πράγματα είναι να επιτύχουμε εκεί ακριβώς που υπάρχει η μεγαλύτερη αδυναμία: στην πρακτική εφαρμογή.

Για τον ίδιο λόγο, οι συντάκτες της έκθεσης του ΔΝΤ σημειώνουν τρεις τομείς «ουσιαστικών κινδύνων». Πριν δούμε ποιοι κίνδυνοι εντοπίζονται, μια ματιά στον πίνακα 15 της έκθεσης αποκαλύπτει ότι οι βραχυχρόνιες δανειακές ανάγκες των ελληνικών τραπεζών εκσφενδονίζονται μετά το 2011 (45,5 δισ.), σε 186,2 δισ. το 2014 και 255 δισ. το 2015. Παράλληλα, οι αποσβέσεις χρεών που βαρύνουν το τραπεζικό μας σύστημα ξεκινούν από τα 57 δισ. εφέτος για να περάσουν στα 186,2 δισ. το 2015! Είναι προφανές ότι κάτι πρέπει να έχει συμβεί, αρκετά πριν φτάσουμε στο σημείο εκείνο. Για παράδειγμα, το ποσό των 100 δισ. στο οποίο ανέρχεται το χρηματοδοτικό άνοιγμα των ελληνικών τραπεζών προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ισοδυναμεί με την οιανδήποτε «σωτηρία» θα μπορούσαν να προσφέρουν, ταυτοχρόνως, τα ευρωομόλογα, που δεν εγκρίθηκαν και οι απευθείας αγορά χρέους από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, λύση που επελέγη, προκειμένου να τεθούν ισχυρότατες (σίγουρα ισχυρότερες από το αρχικό Μνημόνιο) ρήτρες αιρεσιμότητας, δηλαδή μια σειρά «σκληρών προϋποθέσεων» (ευχαριστώ τον καθηγητή Γ. Παγουλάτο για την ωραία απόδοση του απεχθούς όρου «conditionality»).

Ας τελειώσουμε με τους τρεις κινδύνους. Πρώτος κίνδυνος είναι να υπάρξουν καθυστερήσεις στην εφαρμογή φορολογικών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Οι πιθανότητες είναι ήδη μεγάλες. Δεύτερος κίνδυνος είναι να μην κατορθώσει η κυβέρνηση να ξαναμπεί στις αγορές ακόμη κι αν το πρόγραμμα προχωρά ικανοποιητικά. Μια αναταραχή στην Ευρωζώνη ή στον διεθνή ορίζοντα, κάνουν πιο απαιτητικές τις αγορές, σενάριο που έχει και αυτό σοβαρές πιθανότητες. Τέλος, μια υπερβολικά γρήγορη μείωση τραπεζικού χρέους, από τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, θα αφαιρέσει, στον πιο κρίσιμο χρόνο, την όποια ενδεχομένη απαρχή θετικής ισορροπίας της οικονομίας.

Κανείς, ποτέ, δεν είπε ότι τα πράγματα θα είναι εύκολα. Παραμένει εξαιρετικά αμφίβολο αν είμαστε, όλοι μαζί, έτοιμοι για την προσπάθεια. Αυτός ήταν πάντοτε ο πρώτος και ο ουσιαστικός κίνδυνος.