ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα ΜΜΕ στα χρόνια της κρίσης

Κατ’ αρχήν πρέπει να σημειώσουμε ένα δομικό πρόβλημα των Μέσων Ενημέρωσης. Πεντακόσιες λέξεις ή ένα λεπτό. Τόσος είναι ο χώρος ή ο χρόνος που παραχωρείται για να αναλυθεί η σύνθετη πραγματικότητα του παρόντος. Αναγκαστικά σ’ αυτές τις πεντακόσιες λέξεις, ή στο ένα λεπτό του τηλεοπτικού ρεπορτάζ, πρέπει να χωρέσει το συμβάν, η ιστορία του, η εξήγησή του και πιθανώς η θεωρία (δηλαδή η οπτική γωνία) με την οποία περιγράφονται οι εξελίξεις.

Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, τα ΜΜΕ είναι αναγκασμένα να ακρωτηριάζουν καθημερινά πτυχές της πραγματικότητας για να χωρέσει το μήνυμα στο «κουτάκι» που έχουν. Προϊόντος του χρόνου, όμως, συμβαίνει το εξής παράδοξο: η πραγματικότητα γίνεται όλο και πιο σύνθετη και τα Μέσα ζητούν μεγαλύτερη ταχύτητα στη μετάδοση του μηνύματος, δηλαδή λιγότερο χώρο και λιγότερο χρόνο για τα ρεπορτάζ ή τις αναλύσεις. Ετσι, ο προηγούμενος ακρωτηριασμός γίνεται σφαγή της πραγματικότητας. Αφαιρούνται τόσες πτυχές του παρόντος, που τελικά γίνεται αγνώριστο. Το αποτέλεσμα είναι να μην αντιστοιχεί η πραγματικότητα με την πραγματικότητα των ΜΜΕ και όλοι οι πελάτες τους να είναι στο τέλος δυσαρεστημένοι.

Θάλασσα πληροφοριών

Το δεύτερο δομικό πρόβλημα είναι ότι τα ΜΜΕ λειτουργούν πλέον σε μια θάλασσα πληροφοριών. Η πραγματικότητα δεν πρέπει μόνο να συμπυκνωθεί ή να ακρωτηριαστεί για να χωρέσει στον χρόνο που έχει ο σύγχρονος πελάτης τους, αλλά η συσκευασία του προϊόντος πρέπει να λαμπυρίζει, να γίνει ελκυστικό ώστε να το προσέξει ο πελάτης. Γι’ αυτό πρέπει να κραυγάσει ή έστω να δημιουργήσει μια ελκυστική μεταφορά. Κάπως έτσι προκύπτουν εξώφυλλα σαν εκείνο του Focus. Μια σύνθετη πραγματικότητα, όπως είναι η οικονομική κρίση, τα δομικά προβλήματα της Ευρωζώνης, τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας, η δημιουργία του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου, συμπυκνώθηκε και εκλαϊκεύτηκε στο άγαλμα της Αφροδίτης με απλωμένο το χέρι. Μπορεί, από άποψη πωλήσεων, η συγκεκριμένη μεταφορά εκείνη την εβδομάδα να ήταν πετυχημένη, αλλά ήταν εξαιρετικά ελλιπής και έξι μήνες μετά διαψεύσθηκε. Το πρόβλημα του χρέους δεν αφορά μόνο την Αφροδίτη, αλλά και την Ντανού (μια θεότητα της ιρλανδικής μυθολογίας) και μεθαύριο πιθανώς μια πορτογαλική κ.λπ.

Η ανάγκη ενός Μέσου να συμπυκνώσει τη σύνθετη πραγματικότητα και να τη μεταμορφώσει σε ελκυστικό εξώφυλλο, τελικώς σφαγίασε αυτήν την πραγματικότητα με αποτέλεσμα το Μέσο να διαψευσθεί μέσα σε έξι μήνες. Είναι σίγουρο ότι στο τέλος της ημέρας, οι πελάτες των ΜΜΕ δεν θα θέλουν ελκυστικές μεταφορές (μπορούν να βρουν καλύτερες σε μυθιστορήματα), αλλά χρειάζονται επαρκείς θεωρίες για την πραγματικότητα που αντέχουν στον χρόνο. Η τάση των Μέσων να φτιασιδώνουν την πραγματικότητα τα κάνει στο τέλος απωθητικά.

Χωρίς εμβάθυνση

Το τρίτο δομικό πρόβλημα των ΜΜΕ είναι η εργασία των δημοσιογράφων. Λόγω περικοπών, νέων μεθόδων μάνατζμεντ (π.χ. όλοι οι δημοσιογράφοι δουλεύουν πλέον σε μια αχανή αίθουσα, όπως ήταν οι μοδίστρες στις αρχές του 20ού αιώνα, με αποτέλεσμα να ελαχιστοποιείται η σκέψη) κ.λπ. τους ζητείται να παράγουν περισσότερο υλικό σε μικρότερο χρόνο. Το κάνουν σε βάρος της εμβάθυνσης. Ετσι καταλήγουν να ασχολούνται ρηχά με όλα τα θέματα, απευθυνόμενοι όμως σε πελάτες που ξέρουν περισσότερα (έστω στον τομέα τους) και μπορούν εύκολα να εμβαθύνουν στο θέμα που οι δημοσιογράφοι με το άγχος του χρόνου «ξεπετούν». Προσφέροντας όλο και λιγότερη προστιθέμενη αξία στον αναγνώστη, φυσικά τον χάνουν. Για να μην τον χάσουν, αρχίζουν να τον κολακεύουν, αναπαράγοντας κοινωνικά και πολιτικά στερεότυπα, τα οποία έχουν και το πλεονέκτημα να κάνουν εύκολα τη δουλειά τους. Επειδή δε είναι στερεότυπα, δηλαδή κοινοτοπίες, πρέπει να γίνουν πιο ελκυστικά, άρα περισσότερα φτιασιδώματα, περισσότερη διαστρέβλωση και ξαναμπαίνουμε στον φαύλο κύκλο. Τα ΜΜΕ έχουν φτιάξει την ιδανική συνταγή καταστροφής των.

Μέσα σ’ αυτό το τοπίο, λοιπόν, τα ΜΜΕ καλούνται να εξηγήσουν την κρίση, να αναθεωρήσουν απόψεις μετά την πτώση του δεύτερου τείχους του Βερολίνου, να κατανοήσουν τα πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά εργαλεία που θέριεψαν εκεί που δεν το περίμενε κανείς, να ανοίξουν τα παλιά κιτάπια των κεϊνσιανών θεωριών, να κατανοήσουν, να αναθεωρήσουν και να εξηγήσουν. Πολλή δουλειά την οποία τα ελληνικά αλλά και τα διεθνή Μέσα δεν μπορούν να φέρουν εις πέρας. Οι Financial Times, για παράδειγμα, αναδιαρθρώνουν το ελληνικό χρέος κάθε δεύτερη βδομάδα.

Το περίεργο, σ’ αυτή την κρίση, με τα ελληνικά Μέσα δεν είναι ότι έκαναν όπως πάντα την κακή, ρηχή δουλειά (που οφείλεται στις παραπάνω δομικές αδυναμίες των Μέσων, αλλά και σε κάποιες ελληνικές ιδιαιτερότητες), αλλά ότι σε σχέση με το παρελθόν ήταν λιγότερο επιθετικά. Οι επιθέσεις στη Γερμανία προήλθαν σχεδόν αποκλειστικά από τα λαϊκιστικά έντυπα (που είναι μάλιστα χαμηλής κυκλοφορίας) και ήταν σε χαμηλότερους τόνους απ’ ό,τι στο παρελθόν. Αυτά που γράφτηκαν ή ειπώθηκαν τον τελευταίο χρόνο, ωχριούν σε όσα γράφτηκαν ή ειπώθηκαν π.χ. για τη συμμετοχή της Γερμανίας στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας. Απλώς εμείς εδώ τα ξεχάσαμε και πιθανότατα στο εξωτερικό δεν τους έδωσαν σημασία.

Το σοκ της κρίσης

Οι χαμηλότεροι τόνοι μπορεί να οφείλονται στο σοκ της κρίσης. Δεν είναι μια απλή οικονομική κρίση για την Ελλάδα. Είναι η κατάρρευση ενός μύθου, κάτι σαν τον θάνατο του πατέρα, ο οποίος φρόντιζε για όλα. Μιλάω για το κράτος που εξασφάλιζε τις συντάξεις, φρόντιζε τις σπουδές, εξασφάλιζε αποζημιώσεις σε κάθε κακό γύρισμα της μοίρας κ.λπ. Αυτό το σοκ είναι βαθύ και τραυματικό για την ελληνική κοινωνία.

Το δεύτερο είναι ότι το παραμύθι «οι καλοί Ελληνες και οι κακοί ξένοι» έχει παραπαιχθεί στην Ελλάδα με αποτέλεσμα να χάσει την «επεξηγητική» του ικανότητα. Το τρίτο είναι ότι και πριν από την οικονομική κρίση, και παρά την υλική ιδιωτική ευημερία, δεν ήμασταν ευχαριστημένοι από την κατάσταση στη χώρα. Δεν μάς έφταιγε η Μέρκελ που οι πόλεις μας έγιναν αβίωτες, οι δημόσιες υπηρεσίες ανεπαρκείς κ.λπ. Με όρους του Τόμας Κουν θα λέγαμε ότι και πριν από την κρίση η χώρα βρισκόταν σε κατάσταση «θνήσκοντος παραδείγματος». Τώρα βρισκόμαστε στη φάση αυτού που θα έλεγε ο Κουν της «ιδιόρρυθμης ιδεολογίας». Εχει πεθάνει το προηγούμενο ιδεολογικό παράδειγμα, αλλά δεν έχει γεννηθεί το νέο. Οπότε τα ελληνικά ΜΜΕ που αντικατοπτρίζουν το κυρίαρχο ιδεολογικό παράδειγμα, δεν έχουν τις παλιές βεβαιότητες για να βάλουν (ανέξοδα) τις φωνές στους ξένους για τα προβλήματα της Ελλάδας.

Ειδήσεις και μέλλον

Οι δημοσιογράφοι μέχρι σήμερα αναφέρονταν στο παρελθόν. Εγραφαν για τα πράγματα που έγιναν, ακολουθώντας τον κανόνα «Ποιος, Τι, Πότε και Πού». Οχι πια, είχε γράψει παλιότερα ο συγγραφέας Μπρους Φέιλερ σε σχετικό του άρθρο στους New York Times, που έχει τον τίτλο «Δημοσιογραφία σε χρόνο Μέλλοντα». «Κάποτε ανοίγαμε την τηλεόραση για να έχουμε μια ανασκόπηση του τι έγινε στην Ουάσιγκτον, στη Γουόλ Στριτ, στο εξωτερικό. Σήμερα, έχοντας τους τίτλους των ειδήσεων μέσω του Internet και διά των 24ωρων καλωδιακών καναλιών, μαθαίνουμε για το τι πρόκειται να γίνει την επόμενη μέρα: τι θα κάνει ο πρόεδρος αύριο, τι θα κάνει ο δείκτης Dow Jones αύριο, τι θα γίνει σε κάθε γωνιά του κόσμου αύριο».

Ο συγγραφέας θυμάται το ρεζιλίκι κάποιων αμερικανικών εφημερίδων που τυπώθηκαν νωρίς την ημέρα της επανεκλογής του Truman. Τα ξύλινα γράμματα στον τίτλο τους φωνασκούσαν: «O Dewey κερδίζει τον Truman». Αυτό το μάθημα ξεχάστηκε. H έκρηξη στην αγορά των media πυροδοτεί αυτή την τάση, εκτιμά ο Μπρους Φέιλερ. Οι διευθυντές των MME πιστεύουν ότι θα βρεθούν μπροστά από τον ανταγωνισμό αν προσφέρουν μια επιπλέον υπηρεσία στους καταναλωτές των ειδήσεων: την πρόβλεψη.

Οι προβλέψεις που κάνουν οι δημοσιογράφοι δημιουργούν μια ψευδαίσθηση τέτοιας υπηρεσίας: όπως ο μετεωρολόγος σού λέει αν πρέπει να έχεις αύριο ομπρέλα, έτσι και ο οικονομικός συντάκτης σε προειδοποιεί για τον αν πρέπει να καλέσεις ή όχι τον χρηματιστή σου την επόμενη μέρα.

«Πόσες φορές ακούσαμε το κλισέ: «Οπως αναμενόταν, το Πεντάγωνο σήμερα…» ή «Σε μια αιφνιδιαστική του κίνηση σήμερα ο πρόεδρος…» Τελικά, ποιος ανέμενε; Και ποιος αιφνιδιάστηκε;»

Το χειρότερο από τις λανθασμένες προβλέψεις είναι η αίσθηση της ανωτερότητας που έχουν οι δημοσιογράφοι έναντι του κοινού. Εκφράσεις όπως «ποιος θα περίμενε ότι ο υπουργός…» ή «όπως είχαμε προείπει…» διώχνουν το αναγνωστικό κοινό ή τους τηλεθεατές.

Το συμπέρασμα του Μπρους Φέιλερ: «Οι δημοσιογράφοι πρέπει να παρατήσουν το τι «θα γίνει ή δεν θα γίνει» στο μέλλον και να ασχοληθούν περισσότερο με το «πώς» και το «γιατί» του παρόντος…».

Δραματοποίηση των γεγονότων

«Είναι στη φύση των εφημερίδων να φτιάχνουν τον πιο δραματικό τίτλο, το πιο δραματικό κείμενο, να βάζουν την πιο δραματική φωτογραφία, έτσι ώστε να έχουν μεγαλύτερο αντίκτυπο στον αναγνώστη… Αυτή η ανευθυνότητα έχει φουντώσει στη βιομηχανία των ΜΜΕ. Πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί, πρέπει να αναστοχαζόμαστε. Είναι η σωστή φωτογραφία ενός ανθρώπου που έχει τα χέρια του στο κεφάλι μπροστά στην οθόνη ενός χρηματιστηρίου;»

Daniel Bogler

Διευθυντής των Financial Τimes

Διαβάστε

– Bernard Poulet, «Το τέλος των εφημερίδων και το μέλλον της ενημέρωσης» εκδ. Πόλις

– Ρ. Παναγιωτοπούλου, Π. Ρηγοπούλου, Μ. Ρήγου, Σ. Νοτάρης, «Η κατασκευή της πραγματικότητας και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης» (συλλογικό) εκδ. Αλεξάνδρεια