ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Λιβύη ως καταλύτης

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Καντάφι είναι ένας δικτάτορας, από τους πολλούς βέβαια που υπήρχαν και ακόμη υπάρχουν στον εύφλεκτο χώρο των αραβικών καθεστώτων της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι για πολλούς και διάφορους λόγους, η Δύση όχι μόνον ανεχόταν τους συγκεκριμένους δικτάτορες και τα ανελεύθερα καθεστώτα, αλλά και έκανε «μπίζνες» μαζί τους. Επομένως, είναι μάλλον υποκριτικές σήμερα οι εκδηλώσεις ευαισθησίας επειδή ο συνταγματάρχης «σφάζει» τον λαό του που εξεγέρθηκε. Το ζητούμενο είναι τι κρύβεται πίσω από την επιμονή των Αγγλογάλλων να ανατραπεί οπωσδήποτε ο Λίβυος δικτάτορας, ακόμη και με στρατιωτική παρέμβαση.

Οι Αμερικανοί δείχνουν να σύρονται στην περίπτωση της Λιβύης. Δεν τους είναι συμπαθής ο Καντάφι, και το λένε, αλλά η Ουάσιγκτον δεν πολυήθελε να μπλεχτεί σε άλλη μια επιχείρηση στρατιωτικής παρέμβασης σε μουσουλμανικό κράτος, μετά το Ιράκ και το Αφγανιστάν και σίγουρα δεν επιθυμεί να δεσμεύσει χερσαία στρατεύματα σε μια περιπέτεια απροσδιόριστης χρονικής διάρκειας και με κινδύνους εγκλωβισμού. Αλλά πώς μπορεί να εξασφαλιστεί η πτώση του Καντάφι χωρίς στρατεύματα εδάφους και ποιος μπορεί να είναι σίγουρος τι θα επακολουθήσει στην περιοχή, αν το διάδοχο καθεστώς δεν είναι ισχυρό.

Οι ΗΠΑ λοιπόν δεν ήθελαν την πρωτοκαθεδρία, αλλά δέχτηκαν να στηρίξουν επιχειρησιακά τη Γαλλία και τη Βρετανία που την ήθελαν. Ο Σαρκοζί πρωτοστάτησε σε «αντικανταφισμό» και βρήκε συμπαραστάτη τον Κάμερον της Βρετανίας, ο οποίος αφενός ήθελε να τιμωρήσει τον συνταγματάρχη για την ανατίναξη του αεροπλάνου της PanAm στο Λόκερμπι, το 1998, αλλά σίγουρα περιμένει και ανταλλάγματα, σχετικά με την εκμετάλλευση πετρελαιοπηγών, αν και όταν αλλάξει το καθεστώς. Ετσι, για πρώτη φορά μετά την άδοξη επέμβαση στο Σουέζ το 1956, οι δύο βασικές (ιμπεριαλιστικές ή παραδοσιακές) δυνάμεις της Μεσογείου, ένωσαν τις δυνάμεις τους σε μια στρατιωτική επιχείρηση. Μόνο που τότε το έκαναν με τις ΗΠΑ αντίθετες, ενώ τώρα είναι μαζί τους.

Οι περισσότεροι αναλυτές θεωρούν ότι ο Σαρκοζί πρωτοστατεί στην ανατροπή του Καντάφι για να ενισχύσει κυρίως τη δημοτικότητά του που κατρακυλά στο εσωτερικό της Γαλλίας. Ισως, αλλά δεν είναι ο μοναδικός λόγος. Η Γαλλία ήταν στο παρελθόν και θέλει να παραμείνει ηγετική δύναμη στη Μεσόγειο. Γι’ αυτό και έχει προτείνει τη δημιουργία της Μεσογειακής Ενωσης. Με την ευκαιρία του αναβρασμού που επικρατεί στα αραβικά κράτη της περιοχής, επιχειρεί να αποκαταστήσει την επιρροή της, που υπέστη πλήγμα στην περίπτωση της Τυνησίας, όπου το καθεστώς Μπεν Αλι κατέρρευσε χωρίς να πάρει μυρωδιά το Παρίσι.

Η αναταραχή πρόσφερε την ευκαιρία στον Σαρκοζί να προσπαθήσει να βάλει πόδι στη Λιβύη, με την οποία είχε κάποιες προνομιακές σχέσεις η Ιταλία ώς τώρα. Η χώρα έχει εκτεταμένα παράλια στη Μεσόγειο και συνορεύει, μεταξύ άλλων, με την Τυνησία, την Αλγερία, το Τσαντ και τον Νίγηρα, κράτη με… γαλλική «κουλτούρα». Το ερώτημα είναι αν η Ουάσιγκτον έχει αποδεχθεί ότι τα συμφέροντα της Δύσης στη Μεσόγειο θα τα διαφαντεύει η Γαλλία. Από την άλλη πλευρά, εκπροσωπεί η Γαλλία την Ευρωπαϊκή Ενωση σε αυτό το παιχνίδι και το αποδέχεται η Γερμανία; Γιατί έχουμε δει τη Μέρκελ στο πρόσφατο παρελθόν να επισκέπτεται την Κύπρο και στο θέμα της Λιβύης πρώτα να θυμώνει με την πρωτοβουλία του Σαρκοζί να αναγνωρίσει πολύ σύντομα τους στασιαστές και στη συνέχεια να παίρνει εμφανείς αποστάσεις από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ενδεχομένως, λοιπόν, να έχει δημιουργηθεί ένα ρήγμα εκεί.

Το δεύτερο ρήγμα προέρχεται από την Τουρκία, που και αυτή έχει βλέψεις ηγετικής δύναμης στη Μεσόγειο, αλλά με στρατηγική απόκτηση επιρροής στα μουσουλμανικά κράτη. Η Αγκυρα επιδιώκει να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των αραβικών μουσουλμανικών κρατών στην περιοχή, είτε έχοντας αντιληφθεί ότι δεν πρόκειται να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης είτε και για τον αντίθετο λόγο. Να γίνει δηλαδή δεκτή ως εκπρόσωπος και γέφυρα με τις μουσουλμανικές χώρες. Προς το παρόν, πάντως, προκαλεί αναταραχή στο ΝΑΤΟ, εκφράζοντας την αντίθεσή της στο εύρος της στρατιωτικής επέμβασης.

Ωστόσο, η πιο απροσδόκητη εξέλιξη σημειώθηκε στη Ρωσία. Με τον Πούτιν να παίρνει αποστάσεις από τη στάση της Μόσχας στο Συμβούλιο Ασφαλείας, όπου σιωπηρά αποδέχτηκε τη στρατιωτική επέμβαση της Δύσης στη Λιβύη και τον Μενβέντεφ να χαρακτηρίζει απαράδεκτη τη δήλωσή του ότι θυμίζει σταυροφορία (άρα σύγκρουση πολιτισμών). Είναι φανερό ότι οι δύο άντρες βρίσκονται πλέον σε συγκρουσιακή πορεία, με τον Πούτιν να θέλει προνομιακές σχέσεις με ορισμένες χώρες της Δύσης, όπως η Γερμανία και η Ιταλία, αλλά και διατήρηση των σχέσεων με τον μουσουλμανικό κόσμο και τον Μεντβέντεφ να προτιμά την ένταξη της Ρωσίας στο στρατόπεδο της Δύσης.

Από όλα αυτά, το μόνο σίγουρο είναι ότι στόχος της στρατιωτικής παρέμβασης είναι η κατάρρευση του καθεστώτος Καντάφι και η αύξηση της επιρροής της Γαλλίας, ως εκπροσώπου της Δύσης ή όχι, στη Μεσόγειο. Ολα τα υπόλοιπα είναι ρευστά, ακόμη και το αν οι ΗΠΑ έχουν αποφασίσει να παίζουν πλέον μόνον υποστηρικτικό ρόλο στην περιοχή.