ΑΠΟΨΕΙΣ

«Οποιος μπορεί, όπως μπορεί»

«Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησία, ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική».

Προτρεπτικός ή αφοριστικός; Την απάντηση και τη λύση του μυστηρίου -που είναι ξεχωριστή για τον καθένα- ο Κωνσταντίνος Καβάφης με το ποίημά του «Οσο μπορείς» την άφησε με την απλόχερη διαθήκη του σε όλους μας. Παμπόνηρος όπως ήταν, ήξερε ότι αυτό που διαβάζεται και ακούγεται ως απλούστατο και διάφανο, κάλλιστα μπορεί να αποδειχθεί δυσβάσταχτο. Κι αφού κατά δήλωση των περισσότερων νεοελλήνων -κυρίως των «αναγνωρίσιμων» που μιλούν πάντα εξομολογητικά- ο Καβάφης αποτελεί, όπως λένε, μια από τις πρώτες αναγνωστικές επιλογές, η παγίδα που έστησε ο ποιητής, ολοένα βαθαίνει κι εμπλουτίζεται από απρόσεκτους ή υπερφίαλους.

Το στοίχημα που θέτει το ποίημα, θυμίζει ένα παιχνίδι στο λούνα παρκ, εκείνο στον λαβύρινθο με τους καθρέφτες. Μπαίνεις μέσα και στην αρχή το διασκεδάζεις. Μετά το παιχνίδι γίνεται ενοχλητικό όταν τα είδωλά σου πολλαπλασιάζονται, η μορφή σου παραμορφώνεται, τρομάζεις με τον εαυτό σου, καθώς τα βήματα εκτρέπονται από την οδό της σιγουριάς. Αρκετά τράβηξε το αστείο.

Γι’ αυτό ο Καβάφης αφήνει ορθάνοιχτη την πόρτα διαφυγής, γνωρίζοντας ότι η λιγοψυχία είναι γνώρισμα των πολλών, ο συνδετικός μας κρίκος. Το ότι κατανοώ το «Οσο μπορείς» δεν συνεπάγεται ότι με γενναιότητα κι αυταπάρνηση σπεύδω να το εφαρμόσω στην πράξη, κάτι που στην ακραία του ερμηνεία φλερτάρει με τον πειρασμό του αναχωρητισμού. Ή συνηθέστερα, σε πιο κατανοητή εκδοχή, καταλήγει στο «τρώω τα μούτρα μου».

Ο ευφυής (αλλά είρων) ποιητής προφήτευε εκ του ασφαλούς. Ασκούμενος στην Ιστορία βεβαιώθηκε πως ούτε ο στρατιώτης ούτε ο βασιλιάς ούτε ο φτωχός ούτε ο κροίσος μπορούν να κάνουν τη ζωή τους όπως από τα βάθη της καρδιάς τους θα ήθελαν. Πάντα από όλους κάτι θα λείπει, ουδείς αρκείται σε αυτά που έχει.

Ο Καβάφης είχε πειστεί επίσης ότι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης όταν έρχονται τα πολλά ζόρια -σαν κι αυτά που βιώνουμε ομαδικά τώρα- ακυρώνει αγαθές προθέσεις, μεταβολίζει ατομικές αντιστάσεις, μάς κάνει αγνώριστους στους διπλανούς μας, ακόμα και στους οικείους μας. Επωμιζόμενοι την πολλή συνάφεια, εναρμονιζόμενοι με τις κινήσεις των πολλών και καταπίνοντας ομιλίες, δεν πρωτοτυπούμε. Ελα όμως που «των σχέσεων και των συναναστροφών η καθημερινή ανοησία» μοιάζει με τεράστια σανίδα σωτηρίας. Ετσι επιπλέουμε ελπίζοντας, καλυπτόμενοι από τις πλάτες των άλλων, τραυματισμένοι όμως από αδέσποτα πυρά: «…δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα».