ΑΠΟΨΕΙΣ

Η «μάχη» της ρευστότητας

Πώς θα επιστρέψει η ρευστότητα στην οικονομία; Η καθιερωμένη απάντηση είναι πως οι τράπεζες πρέπει να δώσουν περισσότερα δάνεια. Ακούγεται απλό, αυτονοήτως ορθό και όμως, είναι λάθος! Σκεφτείτε, κατά πρώτο λόγο, ότι όσοι το ισχυρίζονται παραβιάζουν ανοιχτές πόρτες. Οι τράπεζες δεν έχουν καμία αντίρρηση να δώσουν κι άλλα δάνεια. Δηλαδή, τι άλλο τα κάνουν τα διαθέσιμά τους; Συντηρούν τα δάνεια που έχουν δώσει, δίνουν καινούργια και ενισχύουν τα αποθεματικά κεφάλαια ασφαλείας προκειμένου να νιώθουν (και να είναι!) ασφαλείς οι καταθέτες.

Το μείζον για το πιστωτικό σύστημα είναι η αξιοπιστία του. Πριν μια τράπεζα «βγάλει» οποιοδήποτε δάνειο, πρέπει να είναι απολύτως σίγουρη ότι οι καταθέσεις που της έχουν εμπιστευθεί παραμένουν ασφαλείς.

Σε μια παρέα δέκα ατόμων, κάντε την ακόλουθη άσκηση. Βάλτε όλοι μια κατάθεση από 5 ώς 50 ευρώ. Τρεις (οι πιο «συντηρητικοί») να γίνουν η Επιτροπή Δανείων. Πέντε να ζητήσουν δάνειο: ένας καταναλωτικό, ένας στεγαστικό και τρεις επιχειρηματικά. Εστω ότι έχουμε κρίση του τύπου «θα πτωχεύσουμε την 25η Μαρτίου!». Καταγράψτε τις αντιδράσεις σας. Με ειλικρίνεια. Τελειώστε την «άσκηση» διαβεβαιώνοντας τους τρεις «τραπεζίτες» ότι συνεχίζουν να έχουν την εκτίμησή σας.

Η Ελλάδα δεν έχει, πολλά χρόνια τώρα, αξιόλογη αποταμίευση. Πολίτες, επιχειρήσεις και κράτος ξοδεύουν πολλά σήμερα και δεν σχεδιάζουν με προσοχή το μέλλον. Αποταμίευση ισοδυναμεί με άρνηση κατανάλωσης. Κι όμως, η μείωση της αποταμίευσης δεν εμπόδισε τις τράπεζες να προσφέρουν νέα δάνεια. Επί μία δεκαετία, μεταξύ 1999 και 2008, οι τράπεζες δημιουργούσαν νέα δάνεια εισάγοντας νέο χρήμα από το εξωτερικό, δηλαδή από τις διεθνείς αγορές. Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ανατροπή.

Από τον Οκτώβριο 2008 και μέχρι σήμερα, η εμπιστοσύνη των ξένων κατάρρευσε μαζί με τις προοπτικές της οικονομίας, η οποία λύγισε υπό το διπλό βάρος: των χρεών που δημιούργησαν οι πολιτικοί εις βάρος του κράτους, δηλαδή εις βάρος των φορολογουμένων (και όχι όλων, όπως ανορθολογικά, συνήθως, γράφουμε), αλλά και της αδυναμίας των ιδιωτών να πληρώσουν, ταυτοχρόνως, τόκους (συχνά υπερβολικών) δανείων και φόρους (νέους και συχνά… ξεχασμένους).

Ο μεγάλος οικονομολόγος John Kenneth Galbraith είχε κάποτε πει ότι «η διαδικασία μέσω της οποίας οι τράπεζες δημιουργούν νέο χρήμα είναι τόσο απλή, που το μυαλό μας δεν θέλει να το πιστέψει»! Κυρίως επειδή δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ότι το χρήμα γεννιέται από τη «μήτρα» της επιχειρηματικότητας, τις νέες επενδύσεις. Και όχι όταν καταναλώνουμε περισσότερα, όπως πιστεύουν εκπρόσωποι των γηγενών «επιχειρηματικών» ομάδων, μαζί μάλιστα με τους πολιτικούς «τους».

Οταν η εταιρεία «Αλφα Α. Ε.» αγοράζει ένα πρόγραμμα μηχανοργάνωσης από τη «Βήτα Α. Ε.», πραγματοποιεί μια επένδυση και αυξάνει τα περιουσιακά της στοιχεία. Η «Β» δημιουργεί ένα έσοδο και αυξάνει την αποταμίευσή της. Η σχέση λειτουργεί μόνον προς αυτήν την κατεύθυνση. Αν η «Α» ξοδεύει χωρίς να βελτιώνει την παραγωγικότητά της (π. χ. ένα ακριβό αυτοκίνητο για τον κύριο μέτοχο!), τότε υπάρχει κατανάλωση, όχι όμως επένδυση ούτε, τελικά, αποταμίευση.

Επειδή όμως πολλοί αποταμιευτές βλέπουν το μέλλον τους σε ένα τραπεζικό λογαριασμό και όχι απευθείας στην επιχείρηση (μετοχές, εταιρικά ομόλογα), οι τράπεζες οφείλουν να μετατρέπουν αυτές τη στάσιμη αποταμίευση σε δυναμική επένδυση. Αλλωστε, κάνοντας αυτό, το τραπεζικό σύστημα επιτυγχάνει περαιτέρω αύξηση της εθνικής αποταμίευσης. Αυτός είναι ο ενάρετος κύκλος από τον οποίο βγήκαμε στη δεκαετία του ’80 και τώρα πρέπει να επανέλθουμε.

Εχθρός στην προσπάθεια αυτή είναι το κράτος. Με δύο τρόπους. Αυξάνοντας φόρους «καταστρέφει» σημαντικό μέρος της αποταμίευσης. Με την αύξηση των ελλειμμάτων του, στερεί τεράστια ποσά κεφαλαίων που θα δανειοδοτούσαν την επιχειρηματικότητα. Αυτός είναι ο αμαρτωλός κύκλος στον οποίο μπήκαμε τη δεκαετία του ’80. Η επιλογή είναι απλή. Μένει να βρεθούν γενναίοι πολιτικοί.