ΑΠΟΨΕΙΣ

Πάθος δημιουργού και αύρα ποίησης – το «Μέσα» δικαιώνει το όνειρο…

«Επικεντρωνόμαστε στο ότι ο άνθρωπος είναι μόνος με τον εαυτό του στη φωλιά του». Καθισμένος σταυροπόδι πάνω στη σκηνή του «Παλλάς», χθες, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου έδωσε μια παράσταση μέσα στην παράσταση, απόσπασμα της οποίας είχαμε μόλις παρακολουθήσει. Ολόγυρα οι χορευτές του, 30 νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια. «Δεν μας ενδιαφέρει η αρρενωπότητα ή η θηλυκότητα. Είναι όλοι άνθρωποι, ο καθένας με το φύλο του» – καθισμένοι κι αυτοί στο σανίδι σε ακίνητη ζωντανή χορογραφία άκουγαν τον σκηνοθέτη τους. Ηταν η σειρά τους να κοιτάζουν το κοινό, τους θεατές, κάτι που δεν θα το κάνουν ούτε μία φορά στις έξι ώρες που διαρκεί κανονικά κάθε παράσταση του «Μέσα», ξεκινώντας από τις 13 Απριλίου, από Τετάρτη ώς και Κυριακή. Λαμπερά μάτια μας ζύγιζαν, εμάς τους δημοσιογράφους που είχαμε κληθεί στη συνέντευξη Τύπου. Οι κάμερες της τηλεόρασης με τους προβολείς τους ανάγκαζαν τον Δημήτρη Παπαϊωάννου να σκιάζει τα μάτια του, απαντώντας στις καταιγιστικές ερωτήσεις. Στην αρχή αφωνία κάτω στην πλατεία. «Επιτρέπεται ο λόγος;» η ερώτηση που άνοιξε τον ασκό των ερωτήσεων. «Τι μήνυμα θέλετε να περάσετε; Αυτό του εγκλωβισμού;». «Οχι, αλλά εάν αυτό αισθανθήκατε εσείς, ότι είναι εγκλωβισμένοι στο αστικό δωμάτιο, είναι κι αυτό μέσα σ’ αυτά που θέλουμε να δώσουμε…».

«Γιατί επάνω στη σκηνή ενός θεάτρου κι όχι, π.χ., σ’ ένα Μουσείο»; «Δεν είναι «περφόρμανς» να μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε χώρο»… «Τι σημαίνει για σας ο τίτλος «Μέσα»; «Να σας εξηγήσω -όταν μετά το 2004 αποτραβήχθηκα και πέρασα πολύ χρόνο απραξίας, κατάλαβα πόσο παραγωγικό μπορεί να ‘ναι και το «μέσα». Ο καθένας με τον εαυτό του» είπε ο Παπαϊωάννου, που είναι ο δημιουργός της όλης ιδέας, του concept της μοναχικότητας, κι όχι της μοναξιάς, αυτής που επιτρέπει στον άνθρωπο να επιστρέφει στο ίδιο δωμάτιο, να κάνει τις ίδιες κινήσεις, να ξαπλώνει για ύπνο, ή για έρωτα, ή για θάνατο («ένα σεντόνι παίρνουμε τελικά μαζί μας, γυμνοί όπως γεννηθήκαμε…»). Είναι όμως και ο σκηνοθέτης, που μετά το μήνυμα, εξηγεί τη φόρμα και τον τρόπο εργασίας τους. «Ολοι οι χορευτές κρατούν ένα σημειωματάριο και σημειώνουν τις κινήσεις τους, οι οποίες ανακυκλώνονται αενάως στη διάρκεια της παράστασης. Χωρίς το σημειωματάριο δεν μπορούν να είναι σωστοί. Μια σειρά κινήσεων που επαναλαμβάνονται, σαν φράση στο χαρτί, σαν μουσική φράση…». Στην πρώτη σειρά ο συνεργάτης του Κωνσταντίνος B., που κι αυτή τη φορά «δένει» με τη μουσική του, με ήχους, σταγόνες μελωδίας, απλούς ήχους, όλη την «υπόθεση» σιγής. Επάνω στη σκηνή, άκρη άκρη η στενή του φίλη και συνεργάτις Τίνα Παπανικολάου, βοηθός σκηνοθέτη και διεύθυνση καλλιτεχνικής παραγωγής. Από το 1988 είναι μαζί οι δυο τους. Και προχωρούν. «Αυτή η τελετουργία του «Μέσα» γιατί να πρέπει να κρατάει έξι ολόκληρες ώρες και να μην είναι σαν το απόσπασμα που είδαμε, δύο ώρες;». Πάντα με το χέρι να σκιάζει τα μάτια του, ο Δημήτρης απαντάει με περισσότερη ορμή, υπερασπίζοντας αυτό που είναι και η ουσία του έργου. «Θα μπορούσε να διαρκέσει όχι έξι ώρες, αλλά είκοσι τέσσερις και να παίζεται, εάν αυτό ήταν εφικτό, συνεχώς. Τότε η συνάντηση των δύο κόσμων θα είναι πλήρης… Των χορευτών επάνω στη σκηνή και των θεατών στην πλατεία και στα θεωρεία, αλλά κι επάνω στη σκηνή όποιος θεατής μπορεί να ζητήσει να βγει, μπορεί «αφού του δείξω μερικά πράγματα»»… «Αφού δεν έχει το «Μέσα» αρχή, μέση, τέλος, γιατί ορισμένες σκηνές, όπως στο μπαλκόνι με το ηλιοβασίλεμα, επαναλαμβάνονται, ορίζοντας μια διάρκεια που θα μπορούσε να ‘ναι ένα τέλος; Το Τοπίο έξω από το μπαλκόνι, η Πόλη τη μέρα και τη νύχτα, τα σύννεφα, τα κύματα, το Τείχος από πολυκατοικίες είναι ο τόπος από όπου επιστρέφουν «Μέσα» οι άνθρωποι. Να χαλαρώσουν και να μπορέσουν να ονειρευτούν.

Ο καθένας έχει το δικαίωμα να μπορεί να κερδίζει την ηρεμία του μέσα σε αλληλουχία κινήσεων μιας συνηθισμένης ημέρας και να μπορεί να ονειρεύεται. Κι αυτό το όνειρο που θέλουμε να πραγματοποιήσουμε, για να ‘ναι πλήρες, πρέπει να ‘ναι διαρκές». Ποτέ δεν ακούστηκε τόσο αποκαλυπτικός και αληθινός ο Δ. Παπαϊωάννου που μοιάζει να έχει αποτινάξει από πάνω του τον μανδύα των πυροτεχνημάτων, αυτών που τον οδήγησαν στο «Δύο» και από εκεί στο «Πουθενά». Και τώρα από τις 13 Απριλίου στο «Μέσα» στο «Παλλάς», στο κέντρο μιας πόλης που έχει ξεχάσει να ονειρεύεται. Προσωπικά, πιστεύω ότι αυτή είναι η πιο ποιητική δημιουργία του Δ. Παπαϊωάννου και μια δική του «εξομολόγηση αγάπης» για τα νέα παιδιά που ήταν κι ο ίδιος και οι φίλοι του, και παρά την ομοιομορφία του ρούχου, του τρόπου ζωής, ο καθένας, με το δικό του ξεχωριστό όνειρο, σφραγίζει τη ζωή του. Οσο για τα ποτήρια, αποτελούν, όπως είπε, «μονάδα μέτρησης» των νέων που μπαίνουν και ξαναμπαίνουν σε κάθε σκηνή. Διάφανα και εύθραυστα, όπως οι ψυχές των αγοριών και κοριτσιών που βλέπουμε στο μπαλκόνι να κοιτούν πέρα…