ΑΠΟΨΕΙΣ

Το τέλος του «ελληνικού ονείρου»

Η μείωση του βιοτικού επιπέδου δεν είναι ευχάριστη εξέλιξη και προκαλεί εύλογες αντιδράσεις, ιδιαίτερα στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα που δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις. Ομως, η επιβαλλόμενη αλλαγή του τρόπου διαβίωσης των Ελλήνων σηματοδοτεί και το τέλος του άκρατου υλισμού και, υπό αυτή την έννοια, εμπεριέχει ένα στοιχείο εξυγίανσης. Το διαστρεβλωτικό και χωρίς ηθικούς φραγμούς μοντέλο που επικράτησε τις τελευταίες δεκαετίες ήταν ένα άδικο και επικίνδυνο τερατούργημα.

Το σημερινό αδιέξοδο δεν είναι μόνον οικονομικό, είναι και ηθικό. Και σε αυτό έχουμε συμβάλλει όλοι, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο. Δεν είναι μόνο το αναποτελεσματικό και αντιπαραγωγικό Δημόσιο. Είναι και οι κρατικοδίαιτοι μεγαλοεπιχειρηματίες που αντί της καινοτομίας και του ρίσκου επέλεγαν τη σιγουριά της διαπλοκής, οι ανίκανοι πολιτικοί που δεν παρήγαγαν τίποτε στη ζωή τους και απλώς αναρριχήθηκαν στην εξουσία μέσα από τους κομματικούς μηχανισμούς, τα αναξιόπιστα μέσα ενημέρωσης που επένδυσαν στον λαϊκισμό και οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και έμποροι που επέλεγαν την προχειρότητα και αναζητούσαν το γρήγορο κέρδος.

Μια υγιής κοινωνία θα άλλαζε πορεία μόνη της, μέσα από μια εσωτερική αναζήτηση και έναν εύλογο προβληματισμό. Αλλά φαίνεται ότι η ελληνική δεν είναι τέτοια και, δυστυχώς, η αλλαγή πορείας έπρεπε να μας επιβληθεί από άλλους.

Η συντελούμενη απεξάρτηση από τον προκλητικό καταναλωτισμό δεν αποτελεί ελληνική αποκλειστικότητα. Υπό την πίεση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, ανάλογη στροφή παρατηρείται σε πολλές δυτικές κοινωνίες, ακόμη και στην Αμερική, το λίκνο του καπιταλισμού, όπου όλο και λιγότεροι άνθρωποι προσβλέπουν στο «αμερικανικό όνειρο». Το ενθαρρυντικό αυτής της διεργασίας, που ως επί το πλείστον έχει ως αφετηρία την οικονομική δυσχέρεια, αλλά αποκτά χαρακτηριστικά ψυχικής κάθαρσης και διανοητικής ανάτασης, είναι ότι η κοινωνία αρχίζει να ορίζει διαφορετικά το όνειρο αυτό. Αυτή η σταδιακή μετάλλαξη της αμερικανικής κοινωνίας έχει καταγραφεί από τον γνωστό δημοσκόπο, Τζον Ζόγκμπι. Και με δεδομένο ότι, καλώς ή κακώς, τα κοινωνικά ρεύματα που επικρατούν στην Αμερική διαχέονται στη συνέχεια και στον υπόλοιπο κόσμο, τα ευρήματα είναι ενθαρρυντικά.

Από τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων ετών προκύπτει ότι η πλειοψηφία των Αμερικανών δεν είναι πλέον αυτοί που ο Ζόγκμπι περιγράφει ως «παραδοσιακούς υλιστές». Η κατηγορία αυτή υποχωρεί αριθμητικά, ενώ αυξάνονται κατακόρυφα οι «κοσμικοί πνευματικοί», όπως τους αποκαλεί. Απώτερος στόχος δεν είναι πλέον η αλόγιστη απόκτηση καταναλωτικών αγαθών: μεγάλων κατοικιών, πολυτελών αυτοκινήτων, αναρίθμητων ρούχων, ακριβών κοσμημάτων, σωρείας παιχνιδιών, κ.λπ. Αντιθέτως, θέτουν διαφορετικές προτεραιότητες στη ζωή τους. Απορρίπτουν τον εθισμό στα πολλά αγαθά, και ανάγουν σε στοιχείο επιτυχίας το ήθος, τη συνέπεια, την προσφορά στο κοινωνικό σύνολο, τη συμβολή σε έναν πιο καθαρό πλανήτη. Είναι μια αλλαγή που δεν έχει να κάνει με κόμματα και πολιτικές ιδεολογίες. Παρατηρείται σε συντηρητικούς οικογενειάρχες και προοδευτικούς ακτιβιστές, επιχειρηματίες και εργαζόμενους, Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς. Για κάθε νοήμονα άνθρωπο, πρόκειται για ευπρόσδεκτη εξέλιξη.

Αν οι Νεοϋορκέζοι χρειάστηκαν την 11η Σεπτεμβρίου για να ανακαλύψουν και πάλι τις αρετές της αλληλεγγύης, της ανθρωπιάς και της σεμνότητας, εμείς έπρεπε να φθάσουμε στη χρεοκοπία για να δώσουμε ένα τέλος στο ιδιότυπο «ελληνικό όνειρο» του εύκολου πλουτισμού που βασίσθηκε μάλιστα σε δανεικά. Ο υπέρμετρος καταναλωτισμός τερματίζεται απότομα, και σε αρκετές περιπτώσεις βάναυσα, με οριζόντιες περικοπές εισοδημάτων, αλλά η αβάσταχτη ελαφρότητα της άντλησης χαράς από τη μανιώδη αγορά αγαθών, τα περισσότερα εκ των οποίων μάλιστα δεν χρειαζόμαστε, έπρεπε κάποια στιγμή να τελειώσει.