ΑΠΟΨΕΙΣ

Από πού πάνε για την τηλεόραση;

Μετά την «Εβγα» στην ανηφορίτσα πρώτο στενό δεξιά για να κόψουμε δρόμο ώς το Ραδιομέγαρο ή από την κεντρική λεωφόρο της πολιτικής, τη Βουλή των Ελλήνων; Κάπως έτσι φτάσαμε να συζητάμε –κατ’ ευφημισμόν– για την υπόθεση «δημόσια τηλεόραση». Σαν να είναι τόπος, μυστηριακός, όπου κρύβεται το «μαγικό όπλο» για την κατάληψη της εξουσίας, κάτι σαν το Εξκάλιμπερ του βασιλιά Αρθούρου. Ετσι νοούνται οι ειδήσεις και τα πάνελα. Υπόλοιπη τηλεόραση δεν υπάρχει. Ποιος ασχολείται; Τρεις ημέρες αναμετέδιδε live τη συζήτηση στη Βουλή το κανάλι της και το πρωί της Δευτέρας βγήκαν οι εκπρόσωποι των κομμάτων να ξαναπούν τι είπαν και να αποτιμήσουν την εμφάνισή τους.

Με αυτήν την αντίληψη παραμένουμε προσκολλημένοι σε ένα «δαιμονοποιημένο» μοντέλο τηλεόρασης – πότε το απόλυτο καλό για τη δημοκρατία, όπως αναγορεύθηκε η πάλαι ποτέ ΕΡΤ με όλες της τις στρεβλώσεις να αγιοποιούνται, μέσω της ακραίας απόφασης για το κλείσιμό της και πότε το απόλυτο κακό.

Επίκεντρο, όμως, όλων των εν λόγω εξάρσεων περί την τηλεοπτική λειτουργία, πάντα η «ενημέρωση» από τα κρατικά μέσα και φυσικά μέσα από το πρίσμα των κομματικών επιδιώξεων, όλες με κατεύθυνση την εκλογική συγκομιδή. Η περασμένη Δευτέρα έβρισκε τις Φιλιππίνες να σπαράζουν από την καταστροφή και την Αθήνα να ζει στον απόηχο ενός επιτυχημένου Μαραθωνίου, στον οποίο συμμετείχαν με πάθος πλήθη απ’ όλα τα μέρη του κόσμου. Ε, και;

Παντού, βέβαια, στον κόσμο δίνεται μάχη από πολιτικές ελίτ να επιβάλουν τη δική τους ατζέντα στην τηλεοπτική ενημέρωση. Από την εποχή του Κένεντι με το μελετημένο ίματζ του πολιτικού-ροκ-σταρ και τις κάμερες να τον κυνηγούν, αργότερα την εποχή του Ρέιγκαν, ο οποίος απογείωσε την τεχνική των επικοινωνιακών σόου ή του Μιτεράν, που ήταν μαέστρος των αλλεπάλληλων επικοινωνιακών event.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις και όσες ακολούθησαν, ακόμη και εγχώριες, με τον Ανδρέα Παπανδρέου να είναι ο πρώτος πολιτικός ο οποίος αξιοποίησε στο έπακρον την πολιτική-της-κάμερας με στόχο τη διαμόρφωση της εικόνας του πρωταγωνιστή – αναμορφωτή των πολιτικοκοινωνικών στερεοτύπων (με αποκορύφωμα το ιστορικό νεύμα προς τη Δήμητρα Λιάνη κατά την κάθοδό του από το αεροπλάνο μετά το Χέρφιλντ), η τηλεόραση θεωρούνταν θεσμός έστω και κατά σύμβαση, ανεξάρτητος, που λειτουργεί στον τομέα της ενημέρωσης με βάση τη δημοσιογραφική δεοντολογία και τους όρους του θεάματος. Πλευρές συχνά ευρισκόμενες σε σύγκρουση, η οποία καταλήγει στην ανακεφαλαίωση των αρχών της δημοσιογραφίας, όπως αντικειμενικότητα όχι μόνο ως προς τα πρόσωπα, αλλά και ως προς την αξιολόγηση της επικαιρότητας, ρεπορτάζ, σύντομο σχόλιο, σαφές και εξειδικευμένο και όχι σχολιαστική φλυαρία, η οποία μεταβάλλει το δελτίο σε οπτικό καφενείο διασταύρωσης απόψεων.

Ηδη η συζήτηση για την τηλεόραση έχει παντού αλλού εξελιχθεί και χωρίς να παραγνωρίζεται η σημασία της ενημερωτικής «ατζέντας» για τους πολιτικούς, το πεδίο που πλέον αφορά επί της ουσίας την άσκηση σύγχρονης και αποτελεσματικής πολιτικής είναι το κολοσσιαίο οικοδόμημα της ψυχαγωγικής τηλεόρασης, οι σειρές υψηλής αισθητικής ή με μεγάλη απήχηση στα λαϊκά κοινά (π.χ. τουρκικά και λατινοαμερικανικά σίριαλ). Μιας πολιτικής η οποία προσβλέπει στην τηλεοπτική διαμόρφωση της σύγχρονης πολιτισμικής εικόνας εντός της οποίας θα εντάξει την πρόταση και τα επιχειρήματά της. Είναι τομέας που έχει ρίσκο, απέχει μακράν από τις μεθόδους ελέγχου των μέσων της δεκαετίας του ’80 (προ social media εποχής) και για παράδειγμα στην περίπτωση Ερντογάν η «τηλεοπτική άνοιξή» του έγινε μπούμερανγκ για την αυταρχική πολιτική του. Αλλά η τηλεοπτική κοσμογονία έχει συντελεστεί, με αποτέλεσμα να προβάλλει ακόμη πιο θλιβερή η εγχώρια γελοιότητα της άρνησης να την αντιληφθούμε.

Ως εκ τούτου, ερμηνεύεται πλήρως με επικοινωνιακούς όρους των ’80s το event της τριήμερης συζήτησης στη Βουλή για την πρόταση μομφής, όπου μπορεί να μην παρήχθη ακριβώς πολιτική, επιβεβαιώθηκαν όμως η εγχώρια θολούρα ως προς τη λειτουργία της τηλεόρασης και η εμμονή σε ένα μοντέλο, που μοιάζει περισσότερο με τα πάλαι ποτέ μεσημεριανάδικα, τα οποία διαμόρφωναν το λάιφ στάιλ με ατάκες και κοντραρίσματα των διασημοτήτων. Σε αυτήν ακριβώς τη σκοταδιστική εμμονή σε ένα μοντέλο λειτουργίας της τηλεόρασης, σύμφωνα με το οποίο το κοινό είναι μια ομοιογενής μάζα, ευκόλως κατευθυνόμενη, εντάχθηκαν και οι παράπλευρες εκδηλώσεις έξω από το Ραδιομέγαρο, με αποκορύφωμα τις εκκλήσεις για βοήθεια σε προτεταμένο μικρόφωνο βουλευτού της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Ολα αυτά δεν είναι παρά σπασμοί ενός πεπαλαιωμένου και δυσλειτουργικού επικοινωνιακού μοντέλου, το οποίο αποθεώνει μια τηλεόραση και δη δημόσια, που δεν υπήρξε ούτε υπάρχει πουθενά, παρά μόνον ως μία από τις φαντασιώσεις της μεταπολιτευτικής θολούρας.