ΑΠΟΨΕΙΣ

Εξ αφορμής

Το Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013, 367 σταθμοί του λονδρέζικου υπόγειου μετονομάστηκαν, παίρνοντας τα ονόματα θρυλικών μορφών στην ιστορία του αγγλικού και παγκόσμιου ποδοσφαίρου, ακριβώς 150 χρόνια μετά το πρώτο δρομολόγιο του μητροπολιτικού και αφότου ο Εμπενέζερ Κομπ Μόρλεϊ και άλλοι 10 άνδρες (η πρωτοενδεκάδα του ποδοσφαίρου) συγκεντρώθηκαν στη Freemasons Tavern και ίδρυσαν την «Ποδοσφαιρική Ενωση» (Football Association). Ηταν (σχεδόν) όλοι τους εκεί: ο Φέρεντς Πούσκας, ο Μαγυάρος «καλπάζων συνταγματάρχης», για τον οποίο ο υπερόπτης αγγλικός Τύπος έγραφε το 1953, πριν από το ταπεινωτικό 3-6 στον «ναό του ποδοσφαίρου», «αυτόν τον μικρό χοντρούλη («that little fat boy») εμείς θα τον σκοτώσουμε», ο Τζεφ Χαρστ, με «χατ-τρικ» στον ιστορικό τελικό του ’66, στο 4-2 του Γουέμπλεϊ, κατά της Γερμανίας, ο «Κάιζερ» Φραντς Μπεκενμπάουερ, ίσως το τελειότερο «λίμπερο» στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, ο Γιόχαν Κρόιφ, ο «ιπτάμενος Ολλανδός» του Ajax και των Oranje, που άφησε τη σφραγίδα του (και τη μισή του καρδιά) στην Μπαρτσελόνα, ο coq sportif Ερίκ Καντονά, που σαν Γαλάτης εισέβαλλε ορμητικά στις μικρές περιοχές των αγγλικών γηπέδων, όταν δεν «κοκορομαχούσε» με τους φιλάθλους που βρίζανε τη μάνα του, ο «Ντιεγκίτο-διά-χειρός-Θεού», που ανάστησε ποδοσφαιρικά την Αργεντινή του Βιντέλα και τη Νάπολη της μαφίας και πολλοί άλλοι, παίκτες και προπονητές, από το ποδοσφαιρικό πάνθεον (με αρκετές πάντως απουσίες).

Η διπλή επέτειος της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας και του υπόγειου του Λονδίνου θαρρείς πως έλκει την καταγωγή της από δύο μοντέρνες παραδόσεις: την ποπ κουλτούρα, που αξιοποιεί κάθε κοινωνική δραστηριότητα, εντάσσοντάς την σ’ ένα πλέγμα αξιών, πρακτικών και συμβολισμών με πλατιά, μαζική απήχηση, αλλά και κατανάλωση, καθιστώντας την popular, και την ψυχογεωγραφία του Ντεμπόρ, στην απόλυτη ποδοσφαιρική εκδοχή της: κάθε σταθμός συνδέεται με τη συλλογική μνήμη και «ατμόσφαιρα», που διαφοροποιείται στον επόμενο σταθμό, καθώς ο επιβάτης-φίλαθλος χάνεται και ξαναβρίσκεται στον λαβύρινθο της ποδοσφαιρικής μητρόπολης, έστω και για μια μέρα, όπως στον «Οδυσσέα» του Τζόις.

Ο συσχετισμός του ποδοσφαίρου με την ποπ κουλτούρα ήταν και το θέμα του αφιερώματος του γερμανικού περιοδικού «11 Freunde» («11 φίλοι»), που μαζί με το «Four Two Four» και το «When Saturday comes», ανήκει στα εγκυρότερα του είδους. Σε ένα εγχείρημα αδιανόητο για τα (μίζερα, πλην του Humba!) ελληνικά δεδομένα, που διαγράφουν ηθελημένα ότι στην Ελλάδα του ’60-’70 υπήρχε ήδη, έστω δειλά, έστω αμήχανα, η ώσμωση αυτή, αν θυμηθούμε τα ειδύλλια των ποδοσφαιριστών, τις φαβορίτες του Υβ Τριαντάφυλλος και (αξεπέραστου) Ρομαίν Αργυρούδη, αλλά και τη διασκευή του «Ομπλαντί ομπλαντά» των Μπιτλς, για χάρη του τελικού ανάμεσα στον Παναθηναϊκό και τον Αγιαξ, το 1971, ο φίλαθλος (όχι ο οπαδός) χάνεται στον φαντασμαγορικό ποπ κόσμο του ποδοσφαίρου: στη μόδα της εποχής, με καμπάνα παντελόνι και εμπριμέ γραβάτες, στα στούντιο, όταν ηχογραφούσαν οι ποδοσφαιριστές «σαρανταπεντάρια», στα πέταλα του Ανφιλντ, όταν οι οπαδοί της Λίβερπουλ τραγουδούσαν Μπιτλς, στα ποδοσφαιρικά κόμικς, αλλά και στον «Ποδοσφαιριστή» του Τσαρλς Σάγιε (στην ελληνική έκδοση, το βιβλίο προλογίζει ο Κώστας Λινοξυλάκης), στα αυτοκαταστροφικά μεθύσια του Μπεστ και του Γκάσκοϊν, στα γυαλιά του Ελτον Τζον και τα τατουάζ του Μπέκαμ: όλα συγκροτούν τον μύθο του ποπ σταρ ποδοσφαιριστή, στην άνοδο και την πτώση των ειδώλων, που διαρκεί 90 λεπτά και μια αιωνιότητα.