ΑΠΟΨΕΙΣ

Ελλειμμα εμπιστοσύνης

Η Ελλάδα ξεπέρασε οριστικά την προοπτική της εξόδου από την Ευρωζώνη, αλλά οι συνθήκες παραμένουν δύσκολες. Είμαστε στη μακροβιότερη ύφεση της μοντέρνας ιστορίας, μακρύτερη και από την αμερικανική του 1929, με το ΑΕΠ μικρότερο κατά 25 μονάδες από το 2008 και την ανεργία στο εξαιρετικό ύψος του 27% του ενεργού πληθυσμού.

Και ενώ το δημόσιο χρέος βρίσκεται στο 157% του ΑΕΠ, η Ελλάδα ως χώρα δεν είναι υπερχρεωμένη συγκρινόμενη με τις χώρες που βρίσκονται κάτω από την επιτήρηση της τρόικας. Το συνολικό ιδιωτικό και δημόσιο χρέος δεν ξεπερνά το 210% του ΑΕΠ, με την Ιρλανδία στο 1.016% (!), την Κύπρο στο 443% και την Πορτογαλία στο 240%. Είναι το μέγεθος του δημόσιου χρέους, και κατ’ επέκταση του δημόσιου τομέα, που κρατά τη χώρα δέσμια και της στερεί την ανάπτυξη.

Αυτήν την περίοδο οι ενδείξεις είναι θετικές. Το πρωτογενές έλλειμμα μηδενίσθηκε. Το συνολικό έλλειμμα μειώνεται γρήγορα και το ΑΕΠ σταμάτησε να πέφτει με τους έντονους ρυθμούς της περιόδου 2010-2012. Αλλά και η εικόνα του δημόσιου χρέους δεν είναι όσο καταθλιπτική μοιάζει. Το 71% είναι στα χέρια των θεσμικών πιστωτών μας (IMF, κράτη Ευρωζώνης, EFSF, ECB) με μέσο ετήσιο κόστος 2%. Η σημερινή αξία του συνολικού δανεισμού του Δημοσίου με επιτόκιο προεξόφλησης το κόστος χρήματος που εξασφαλίζουν από τις αγορές η Ιταλία και η Ισπανία είναι 167 δισ. ευρώ αντί για 340 δισ. ευρώ που είναι η ονομαστική αξία του. Οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου το 17% του δημόσιου χρέους, μετά την επιτυχή εφαρμογή του PSI και τις δεσμεύσεις του Μάριο Ντράγκι τον Ιούλιο του 2012, έχουν πέσει σε επίπεδο κάτω του 10%. Βέβαια, αυτό το επίπεδο είναι περίπου 6 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τις αποδόσεις που απολαμβάνουν η Ιταλία, η Ισπανία και η Ιρλανδία και 3 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από της Πορτογαλίας.

Σε πρακτικούς όρους, η διαφορά αυτή αντιπροσωπεύει το έλλειμμα εμπιστοσύνης που έχουν οι αγορές για την Ελλάδα. Το έλλειμμα γίνεται ακόμη καθαρότερο αν δει κανείς το κόστος χρήματος για ομόλογα ελληνικών εταιρειών με έδρα τη χώρα (π.χ. ΤΙΤΑΝ, ΕΛΠΕ, ΟΤΕ) σε σχέση με ελληνικές εταιρείες με έδρα σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα (π.χ. 3Ε). Οι πρώτες δανείζονται με μέση απόδοση 6% ενώ η 3Ε με 2,5%. Το έλλειμμα εμπιστοσύνης συμπυκνώνει την αντίληψη των μη Ελλήνων επενδυτών για την απουσία μέχρι τώρα ουσιωδών μεταρρυθμίσεων και την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να «καταλάβει» τα σημαντικά προβλήματα και να διαχειριστεί την υπέρβασή τους. Το έλλειμμα εμπιστοσύνης δεν σημαίνει μόνο ότι τα κεφάλαια είναι ακριβότερα για τις ελληνικές επιχειρήσεις σε σχέση με τους εκτός Ελλάδος ανταγωνιστές τους. Σημαίνει περισσότερο ότι νέες επενδύσεις στην Ελλάδα πρέπει να έχουν τουλάχιστον 5 πόντους μεγαλύτερη προβλεπόμενη απόδοση από ό,τι αντίστοιχες επενδύσεις στην Ευρώπη για να βρουν κεφάλαια.

Η έλλειψη εμπιστοσύνης στην Ελλάδα γεννά το ανάχωμα του 5%, που σταματά τις επενδύσεις και αποψιλώνει την ανάπτυξη. Γιατί για να πάρει εμπρός ξανά η οικονομία και να τροφοδοτηθεί η μεγέθυνσή της, χρειάζονται επενδύσεις στην περιοχή του 20% του ΑΕΠ ετησίως, ενώ σήμερα βρίσκονται στο 13,5%. Η διαφορά των 6-7 ποσοστιαίων μονάδων αντιστοιχεί σε 2 δισ. ευρώ παραπάνω επενδύσεις ετησίως για τη χώρα και διαχωρίζει την ύφεση από την ανάπτυξη.

Για να αντλήσουμε τα απαραίτητα κεφάλαια, θα πρέπει να μας εμπιστευθούν μακροπρόθεσμα οι αγορές και οι επενδυτές. Και αυτό προϋποθέτει την ουσιαστική αλλαγή των δομών της χώρας. Το θεσμικό περιβάλλον που ρυθμίζει τις ζωές και τις συμπεριφορές όλων, και κατ’ επέκταση καθορίζει την οικονομική δυναμική του τόπου, έχει διαβρωθεί πλήρως. Χρειαζόμαστε ένα νέο πλαίσιο αναφοράς που να δίνει τα κατάλληλα κίνητρα και αντικίνητρα για μια άλλη προσέγγιση στη ζωή, ώστε: οι επενδυτές να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους στην Ελλάδα, οι επιχειρηματίες να μεγαλώνουν και να κάνουν ανταγωνιστικότερες τις εταιρείες τους, οι δημόσιοι υπάλληλοι να δουλεύουν για το αποτέλεσμα, οι πολίτες να σέβονται το πνεύμα και το γράμμα του νόμου, οι πολιτικοί να σκέφτονται και να ενεργούν για το καλό του έθνους.

Χρειαζόμαστε επιπλέον μια συστηματική προσπάθεια αναδιάταξης του μαραζωμένου κράτους που αποτελεί τη θηλιά στον λαιμό της οικονομίας. Πρώτα από όλα, την απομάκρυνσή του από την παραγωγή. Από παραγωγός και μαθητευόμενος μάγος, το κράτος πρέπει να παρέχει μόνο πραγματικά κοινωνικά αγαθά, να ρυθμίζει αγορές που δεν λειτουργούν ικανοποιητικά και να διευκολύνει τους πολίτες του. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο οι αγορές κάνουν όλη τη δουλειά της κατανομής πόρων και δίνουν στους πολίτες επιλογές.

Τέσσερα στοιχεία συνθέτουν την πορεία ουσιώδους αλλαγής του κρατικού μηχανισμού που εμείς γεννήσαμε και κινδυνεύουμε να μας εξοντώσει, όπως ο ΗΑL το πλήρωμά του στο «2001 Οδύσσεια του Διαστήματος»:

1. Πλήρης αναμόρφωση της νομοθεσίας, με κωδικοποίηση, απλοποίηση και συσχετισμό με την πραγματικότητα, και απόλυτη εφαρμογή της με γρήγορη απόδοση δικαιοσύνης.

2. Σταθερό φορολογικό σύστημα με κίνητρα για τη συγκέντρωση κεφαλαίων, για την προσέλκυσή τους από άλλες χώρες και για τη φθηνή λειτουργία όλων των αγορών και ειδικά της ακίνητης περιουσίας.

3. Καλύτερη διοίκηση της κρατικής μηχανής, χωρίς κομματικές παρεμβολές και με εμπειρία από τον ιδιωτικό τομέα.

4. Ιδιωτικοποιήσεις, ΣΔΙΤ και ιδρύματα για τη μεταμόρφωση της συναλλακτικής πλευράς του δημόσιου τομέα. Ο,τι παραμείνει τελικά υπό δημόσιο έλεγχο θα πρέπει να έχει τη μορφή αυτοτελούς ιδρύματος με μόνιμη διοίκηση.

Αν αποκτήσουμε μια πλήρη και εσωτερικά συνεπή ατζέντα μεταμόρφωσης του κράτους και αρχίσουμε να την εφαρμόζουμε συστηματικά, θα μειωθεί το έλλειμμα εμπιστοσύνης που δείχνουν οι αγορές και θα γίνει ελκυστικότερος για επενδύσεις ο τόπος.

Τα ιδιωτικά κεφάλαια θα συγκεντρωθούν σε λίγα μεγάλα έργα υποδομών και τουρισμού. Δεν θα ενδιαφερθούν για μικρομεσαίες ή εσωστρεφείς εταιρείες. Για να προσελκύσει κεφάλαια όμως ο τουρισμός, μια κατ’ εξοχήν εξωστρεφής δραστηριότητα, θα πρέπει να αυξήσει την κλίμακά του τόσο στην ακίνητη περιουσία όσο και στη διαχείριση ξενοδοχείων.

Η προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων θα ενισχυθεί αν τα χρήματα του νέου ΕΣΠΑ τα συνοδέυουν στα λίγα μεγάλα έργα και αν οι τράπεζες απελευθερώσουν περιουσιακά στοιχεία που είναι παγιδευμένα στους ισολογισμούς τους. Η μετακεϊνσιανή αυτή χρηματοδότηση της ανάπτυξης με ιδιωτικά κεφάλαια θα θέσει κατά κύριο λόγο σε κίνηση έναν ενάρετο κύκλο επενδύσεων και κατανάλωσης που θα τροφοδοτήσει γρήγορα όλους τους κλάδους της οικονομίας.

Στα επόμενα δέκα χρόνια, τουλάχιστον 45 δισ. ευρώ μπορούν να επενδυθούν επιπλέον στην Ελλάδα. Αυτά, μέσα από τους ισχυρούς πολλαπλασιαστές των υποδομών και του τουρισμού, θα προσθέσουν 8 δισ. ευρώ ΑΕΠ κάθε χρόνο με αντίστοιχη αύξηση της φορολογητέας ύλης και των φόρων κατά τουλάχιστον 3 δισ. ευρώ ετησίως. Μια άλλη εικόνα θα αρχίσει να φαίνεται για την Ελλάδα και τους πολίτες της.

Είναι σαφές ότι το έλλειμμα εμπιστοσύνης που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε κοστίζει πάρα πολύ. Πρέπει να το γεφυρώσουμε με τις ουσιαστικές αλλαγές που θα κάνουμε στο κράτος και την οικονομία. Προφανώς θα πάρει χρόνο. Αλλά και πάλι προφανώς η προσπάθεια θα πρέπει να ξεκινήσει άμεσα για να φέρει αποτελέσματα. «Οι καιροί ου μενετοί της ημετέρας βραδύτητας», είπε ο Θουκυδίδης. Γρήγορα, γιατί θα χάσουμε το τρένο, που λέει ο λαός.

* Ο κ. Κώστας Μητρόπουλος είναι εντεταλμένος σύμβουλος της PwC.