ΑΠΟΨΕΙΣ

Η αναδίπλωση μιας υπερδύναμης

Κάθε νεοφερμένος στην Ουάσιγκτον εντυπωσιάζεται από τα μνημεία της πόλης. Οχι μόνο όσα είναι αφιερωμένα σε προηγούμενους προέδρους, τον Τζορτζ Ουάσιγκτον, τον Αβραάμ Λίνκολν, τον Τόμας Τζέφερσον, αλλά κυρίως τα επιβλητικά νεοκλασικά κτίρια που στεγάζουν τα όργανα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο. Τη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου. Και βέβαια το ίδιο το Καπιτώλιο, που δεσπόζει με τον κομψό τρούλο του στην πόλη. Η πρωτεύουσα των ΗΠΑ χτίστηκε για να φιλοξενήσει την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, και παρά τις προσθήκες δεκάδων μοντέρνων κτιρίων για να στεγάσουν τη γραφειοκρατία των διαφόρων υπουργείων και υπηρεσιών, εξακολουθεί να εκφράζει με τα κομψοτεχνήματά της τον ιδεαλισμό της αμερικανικής δημοκρατίας. (Οι πιο ρεαλιστικοί εκφραστές της αμερικανικής δύναμης, όπως το Πεντάγωνο, η CIA και η Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας, έχουν «εξοστρακιστεί» στα προάστια ή ακόμη και μέσα στα δάση που κυκλώνουν την Ουάσιγκτον.)

Τίποτε στην εικόνα της πόλης δεν προδίδει ότι σήμερα, τόσο η αμερικανική δημοκρατία όσο και η αμερικανική ισχύς, αμφισβητούνται: Πρώτον, η αποτελεσματικότητα των δημοκρατικών θεσμών δοκιμάζεται στο διχασμένο Κογκρέσο. Με τους Δημοκρατικούς να ελέγχουν τη Γερουσία και τους Ρεπουμπλικανούς τη Βουλή των Αντιπροσώπων, το νομοθετικό του έργο δυσκολεύει, καθώς μάλιστα οι εκπρόσωποι του Tea Party μονοπωλούν τον αντιπολιτευτικό λόγο.

Ενίοτε, επιχειρούν να ανατρέψουν ακόμη και υφιστάμενους νόμους, όπως έγινε πρόσφατα με την προσπάθεια να αποσύρουν τη χρηματοδότηση για τον ασφαλιστικό νόμο του Ομπάμα, προκαλώντας το κλείσιμο της κυβέρνησης. Το πολιτικό αδιέξοδο κάνει ακόμη και τους Αμερικανούς συνοριοφύλακες να αμφιβάλλουν: «Γιατί πηγαίνετε στην Ουάσιγκτον; Εχει σπάσει!», είπε πρόσφατα ένας από αυτούς σε ζευγάρι ηλικιωμένων Καναδών.

Κι ενώ στο εσωτερικό η Ουάσιγκτον είναι διχασμένη, παράλληλα παρατηρείται μία τάση αναδίπλωσης από το εξωτερικό, καθώς οι Αμερικανοί επαναξιολογούν τις προτεραιότητές τους. Οι επιθέσεις στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον πριν από δώδεκα χρόνια, βέβαια, εξακολουθούν να ορίζουν ως πρώτη στην ατζέντα την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Μόνο που, ύστερα από μία δεκαετία πολέμων, η έμφαση πλέον δίδεται στην πρόληψη, με τις παρακολουθήσεις των τηλεπικοινωνιών, για παράδειγμα. Πουθενά ίσως δεν είναι αυτή η τάση πιο εμφανής από τη στροφή στα drones, τα μη επανδρωμένα κατασκοπευτικά αεροσκάφη που μπορούν να χτυπήσουν στόχους οπουδήποτε, χωρίς να τεθεί ούτε μία αμερικανική ζωή σε κίνδυνο.

Οι λόγοι της αναδίπλωσης, βέβαια, είναι και οικονομικοί, με το κόστος των πολέμων να βαραίνει τα δημόσια οικονομικά την ώρα που η οικονομία δεν έχει ακόμη ανακάμψει πλήρως από τη χρηματοοικονομική κρίση. Παρά τα ρεκόρ της Wall Street, η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα έχει πληγεί. Καθώς δε οι ανισότητες αυξάνονται -βρίσκονται στο υψηλότερο σημείο από το 1920, πριν από τη Μεγάλη Υφεση- για τη μεσαία τάξη, το αμερικανικό όνειρο έχει ξεφτίσει. Πολλές νέες θέσεις εργασίας δεν προσφέρουν καν ασφάλιση, πόσω μάλλον την υπόσχεση του σπιτιού στα προάστια, με τον κήπο και το μεγάλο γυαλιστερό αυτοκίνητο στο γκαράζ. (Το δημοφιλέστερο επιβατικό μοντέλο στις ΗΠΑ είναι ένα μικρομεσαίο ιαπωνικό, το Toyota Camry)

Σύμφωνα, βέβαια, με κάποιους αναλυτές, το περίφημο αμερικανικό όνειρο δέχτηκε το πρώτο του πλήγμα αυτές τις ημέρες πενήντα χρόνια πριν, στις 22 Νοεμβρίου 1963, όταν δολοφονήθηκε ο πρόεδρος Κένεντι. Μέχρι τότε, οι Αμερικανοί είχαν εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση, στις επιχειρήσεις και την τεχνολογία, ως θετικές δυνάμεις για την κατάκτησή του. Και ο μεν πρόεδρος Ομπάμα κατάφερε να εμπνεύσει ξανά την ελπίδα, αλλά οι σημερινοί οικονομικοί περιορισμοί, σε συνδυασμό με τα πολιτικά προβλήματα στο εσωτερικό, δείχνουν ότι ο δρόμος δεν είναι εύκολος, ενώ τείνουν να δημιουργούν εσωστρέφεια και διπλωματική αναδίπλωση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα δεν είναι παρά μια μικρή κουκίδα στον χάρτη. Δεν βρίσκεται πια στην επικαιρότητα, διότι τα προβλήματά της δεν θεωρούνται κρίσιμα για τον υπόλοιπο κόσμο. «Θα ασχοληθούμε ξανά μαζί σας αν βγείτε από την Ευρωζώνη», προέβλεψε δυσοίωνα ένας από τους πλέον έμπειρους Αμερικανούς συναδέλφους, ορίζοντας το στοίχημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική.