ΑΠΟΨΕΙΣ

Το ελληνικό αδιέξοδο

Συμμετείχα πριν από μερικές ημέρες σε μια συζήτηση στην τηλεόραση με θέμα «Γιατί διαλύονται τα ελληνικά πανεπιστήμια;». Ομολογώ ότι αισθανόμουνα πολύ άβολα στη διάρκεια της συζήτησης αυτής και έφυγα στο τέλος με μια πικρή γεύση στο στόμα. Και ο λόγος είναι απλός: γιατί η συζήτηση εξελίχθηκε πολύ σύντομα σε μια στείρα αντιπαράθεση με πολλές κορώνες στην οποία καλείσαι να συνταχθείς με τη μια ή την άλλη πλευρά, με στοιχεία που αμφισβητούνται εκατέρωθεν γιατί συχνά δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία, ενώ η ουσία του προβλήματος βρίσκεται εκτός συζήτησης. Δεν είναι η πρώτη φορά που αισθάνομαι έτσι συμμετέχοντας στον λεγόμενο δημόσιο διάλογο, φοβάμαι ούτε και η τελευταία.

Τα ελληνικά πανεπιστήμια είναι και αυτά μια μικρογραφία της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, ιδιαίτερα στην κρατική της εκδοχή. Υπάρχουν πολλά αξιόλογα άτομα σε όλες τις βαθμίδες, με διάθεση και ικανότητα να προσφέρουν, αλλά ως σύνολο υπολειτουργούν γιατί, πολύ απλά, οι δομές είναι στρεβλές. Ο έλεγχος του κράτους παραμένει ασφυκτικός, ενώ το κράτος συνεχίζει να λειτουργεί με πελατειακά κριτήρια, με αυθαιρεσία και χωρίς ίχνος στρατηγικής, οι μεταρρυθμίσεις συνεχώς υπονομεύονται (δείτε τι έγινε με τον νόμο Διαμαντοπούλου που ψηφίστηκε με πολύ μεγάλη πλειοψηφία στη Βουλή), ενώ μέσα στα πανεπιστήμια η κακοδιαχείριση, η φαυλότητα και η ανομία δεν αποτελούν σπάνιες εξαιρέσεις στον κανόνα.

Και τότε ψάχνεις να καταλάβεις γιατί, όπως προσπαθούν να καταλάβουν και πολλοί Ελληνες επιστήμονες που επέστρεψαν έπειτα από χρόνια πετυχημένης σταδιοδρομίας σε μεγάλα πανεπιστήμια του εξωτερικού και όσοι προθυμοποιήθηκαν πολύ πρόσφατα να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους αφιλοκερδώς στα νέα συμβούλια και συχνά δεν πιστεύουν αυτό που βλέπουν. Ισως, μέρος τουλάχιστον της απάντησης να βρίσκεται στην άλωση των πανεπιστημίων, όπως και τόσων άλλων χώρων στις παρυφές αυτού του κράτους που έχουμε, από μια φαύλη κομματοκρατία στην οποία προσκολλώνται λογιών- λογιών επιτήδειοι και ατσίδες, καθηγητές, διοικητικοί και φοιτητές, με στόχο τη νομή της εξουσίας, της όποιας εξουσίας. Τα κίνητρα είναι περιορισμένα και οι κυρώσεις ανύπαρκτες σε ένα σύστημα αγκυλωμένο και ισοπεδωτικό. Αρκετοί δουλεύουν όσο μπορούν καλύτερα κάτω από αντίξοες συνθήκες, άλλοι απλώς βολεύονται ή ασχολούνται με άλλα, ενώ οι πιο πολλοί δεν συμμετέχουν στη διοίκηση γιατί το παιγνίδι που παίζεται είναι συνήθως βρώμικο και δεν θέλουν ή δεν μπορούν να το παίξουν. Οσο όμως η πλειοψηφία δεν διαθέτει συλλογική έκφραση, δεν υπάρχει.

Αυτό το αδιέξοδο βρίσκεις σε πολλά σημεία του σύγχρονου ελληνικού λαβύρινθου. Ενα κράτος ανίκανο και φαύλο, ατσίδες που ιδιοποιούνται το δημόσιο συμφέρον και μιλούν στο όνομα πανεπιστημίων, νοσοκομείων και άλλων ιδρυμάτων ή οργανισμών, άνθρωποι που κατέλαβαν θέσεις στο Δημόσιο μπαίνοντας από το παράθυρο ή που δεν δούλεψαν ποτέ, και τώρα που το κράτος χρεοκόπησε και αναγκάζεται να κόψει από κάπου, αυτοί αγωνίζονται για να είναι τα θύματα και πάλι τα κορόιδα, στο όνομα της όποιας συλλογικότητας ή συντεχνίας. Και πώς να πάρεις θέση στην αντιπαράθεση που προκαλείται; Γιατί χρειάζονται περισσότερα λόγια για να εξηγήσεις το αδιέξοδο και ο χρόνος αυτός συνήθως δεν προσφέρεται.

Είναι μήπως πολύ διαφορετικά τα πράγματα στη δημόσια πολιτική σε περίοδο βαθιάς κρίσης; Η κυβέρνηση συνασπισμού έχει τις δύο όψεις του Ιανού: από τη μια, τεράστια, ομολογουμένως, προσπάθεια κυρίως ολίγων να αποφευχθεί το χειρότερο σε μια χώρα σε ασφυκτικό οικονομικό εναγκαλισμό και κάτω από αφόρητη πίεση από τους δανειστές, από την άλλη, ένα κομματικό σύστημα, μια οικονομική ολιγαρχία και πολλοί βολεμένοι που αντιστέκονται σε οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή. Η αντιπολίτευση έχει ένα εύκολο έργο ως προς την κριτική του υπάρχοντος συστήματος και των στρεβλώσεων που βρίσκονται παντού. Αρνείται όμως ή αδυνατεί να προτείνει κάτι συγκεκριμένο στο πλαίσιο του εφικτού και όχι του φαντασιακού, ή απλώς προτείνει να δοκιμάσουμε άλλη μια από τα ίδια που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία. Σε αυτήν την πολύ δύσκολη συγκυρία, θα ήταν τρομερά χρήσιμη για τη χώρα μια αντιπολίτευση με σκληρό μεν αλλά τεκμηριωμένο λόγο, σωστή αντίληψη της διεθνούς πραγματικότητας και συμμάχους στο εξωτερικό. Αλλά πώς να γίνει αυτό όταν γνωρίζει λίγα, κινείται ακόμη κυρίως στο περιθώριο και θεωρεί ότι οι αντίπαλοι εντός είναι τουλάχιστον εχθροί, αν όχι μειοδότες; Σε μια τέτοια αντιπαράθεση, συνθλίβεται το κομμάτι εκείνο της κοινωνίας που επιμένει να σκέφτεται με κριτικό πνεύμα, σε πείσμα ενός άκρατου λαϊκισμού που κινδυνεύει να σαρώσει τα πάντα.

Υπάρχει τεράστιο έλλειμμα εκπροσώπησης στη χώρα, αλλά και πρόβλημα αξιών που επικράτησαν σε μια μακρά περίοδο γρήγορου πλουτισμού και ανεπαρκούς παιδείας. Ακούω ολοένα και περισσότερους σε στιγμές απόγνωσης να λένε ότι μόνο έπειτα από μια μεγάλη καταστροφή θα μπορέσουμε να συνέλθουμε: η κάθαρση στη σύγχρονη ελληνική τραγωδία. Εννοούν προφανώς μια πολιτική και οικονομική κατάρρευση, με ό,τι αυτή θα συνεπάγεται και για τη διεθνή θέση της χώρας. Φοβάμαι όμως ότι έπειτα από μια τέτοια καταστροφή, η κατάσταση δεν θα είναι πλέον αναστρέψιμη. Και τότε, τι κάνουμε;

* Ο κ. Λουκάς Τσούκαλης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.