ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι ΗΠΑ 50 χρόνια μετά τη δολοφονία Κένεντι

Στις ΗΠΑ, οι παλαιότεροι θυμούνται ακόμη πού βρίσκονταν όταν έμαθαν ότι χτυπήθηκε ο πρόεδρος Κένεντι. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, στις παμπ του Λονδίνου και τα καφέ του Παρισιού, ο κόσμος «πάγωσε» όταν άκουσε τα νέα της δολοφονίας. Στην Ελλάδα, ένα λαϊκό άσμα τον παρουσίαζε ως δικό μας ήρωα: «Σε κλαίνε κι όλοι οι λαοί, που σ’ είχαν για καμάρι, μα στην Ελλάδα πιο πολύ, γιατί ’σουν παλικάρι»…

Μισόν αιώνα μετά, η Αμερική θυμάται τα γεγονότα εκείνης της ημέρας, αλλά και την κληρονομιά που άφησε ο νεαρότερος, μέχρι τότε, πρόεδρος των ΗΠΑ. Δεκάδες νέα βιβλία, εκθέσεις και αφιερώματα εξετάζουν την προεδρία του. Συνωμοσιολόγοι και μη εξακολουθούν να αναζητούν τους «πραγματικούς» δράστες της δολοφονίας.

Την περασμένη Παρασκευή, με εκδηλώσεις στην Ουάσιγκτον, στη Βοστώνη, στο Ντάλας, τίμησαν την 50ή επέτειο του θανάτου του. Σε μία μαυρόασπρη έκδοση, η εφημερίδα Dallas Morning News επανακυκλοφόρησε αυτούσιο το φύλλο της 23ης Νοεμβρίου 1963, με τίτλο «Δολοφονήθηκε ο Κένεντι σε δρόμο του Ντάλας». Μόνη σύγχρονη παραφωνία, ένα έγχρωμο φυλλάδιο που διαφήμιζε μία νέα σειρά του National Geographic για τη δολοφονία. Στον ρόλο του Κένεντι, ο Ρομπ Λόου.

Ο χαρισματικός πρόεδρος με την όμορφη οικογένεια πρόβαλλε μία εξιδανικευμένη εικόνα της Αμερικής στο εσωτερικό και το εξωτερικό των ΗΠΑ. Ενας «πατρίκιος» που εμφύσησε ελπίδα και προοπτική στα δύσκολα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, ο ταλαντούχος πολιτικός ενέπνευσε την επιθυμία της αριστείας και της δημόσιας προσφοράς σε πολλές γενιές Αμερικανών. Η περίφημη ρήση του, στην πρώτη του ομιλία ως προέδρου των ΗΠΑ, «μη ρωτάς τι μπορεί να κάνει η χώρα σου για σένα, ρώτα τι μπορείς να κάνεις εσύ για τη χώρα σου», παραμένει ζητούμενο για τις σύγχρονες δημοκρατίες.

Κατά τη θητεία του στον Λευκό Οίκο, περιτριγυριζόταν από «τους καλύτερους και τους εξυπνότερους», όπως είχε χαρακτηρισθεί το επιτελείο του. Αντί να άγεται από αυτό, ωστόσο, συνέθετε τις απόψεις των συνεργατών του ώστε να χαράξει τη δική του πολιτική – με χαρακτηριστικό παράδειγμα το σκληρό διπλωματικό πόκερ με τη Σοβιετική Ενωση κατά την κρίση των πυραύλων της Κούβας, από το οποίο βγήκε νικητής.

Ταυτόχρονα, όμως, προσπάθησε να καλλιεργήσει την ήπια δύναμη της Αμερικής, τη βασισμένη σε αρχές και αξίες, με πρώτη την ελευθερία: Είμαι Βερολινέζος, και το ίδιο είναι όλοι οι ελεύθεροι άνθρωποι, είπε στο αποκλεισμένο Βερολίνο, σε μία ακόμη ρήση που έμεινε στην ιστορία. Σε αυτόν, εξάλλου, αποδίδεται η δημιουργία του εθελοντικού σώματος Peace Corps, για την προώθηση της παγκόσμιας ειρήνης.

Η δολοφονία του κλόνισε την εμπιστοσύνη των Αμερικανών ότι μία δημοκρατική, ισότιμη και δίκαιη πολιτεία είναι εφικτή. Στο εξωτερικό, ο Βρετανός ηγέτης Ουίνστον Τσόρτσιλ δήλωσε ότι «οι συνεχιστές του Κένεντι πρέπει να προσπαθήσουν περισσότερο για να κατακτήσουν τα ιδανικά της παγκόσμιας ειρήνης και της ανθρώπινης ευτυχίας και αξιοπρέπειας, στα οποία ήταν αφιερωμένη η προεδρία του».

Πενήντα χρόνια μετά, όμως, οι πολιτικές ελευθερίες έχουν κατοχυρωθεί. Οι αξίες της ατομικής ελευθερίας, της δημοκρατίας και της ελεύθερης οικονομίας έχουν επικρατήσει. Η παγκόσμια πυρηνική απειλή και ο Ψυχρός Πόλεμος φαντάζουν πολύ μακρινά. Και, με έναν Αφροαμερικανό πρόεδρο στην εξουσία, μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι, τουλάχιστον σε πολιτικό επίπεδο, έχει λυθεί και το φυλετικό ζήτημα.

Ωστόσο, νέες απειλές προβάλλουν: τρομοκρατία, θρησκευτικός και πολιτικός εξτρεμισμός, απαξίωση της πολιτικής. Ο «πόλεμος» εναντίον της τρομοκρατίας δοκιμάζει τα όρια της προσωπικής ελευθερίας και το δικαίωμα της ιδιωτικότητας. Σε οικονομικό επίπεδο, οι δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης αμφισβητούν την υπόσχεση στο αμερικανικό όνειρο.

Το σημαντικότερο στοίχημα παραμένει η ενασχόληση με τα κοινά και η εμπιστοσύνη στη δημοκρατία. Η μόνη εναπομείνασα απόγονος του Κένεντι, η κόρη του Κάρολαϊν Κένεντι, ανέλαβε λίγες ημέρες πριν πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ιαπωνία, δηλώνοντας ενώπιον της Γερουσίας την αφοσίωσή της «στη δημόσια υπηρεσία, μια πιο δίκαιη Αμερική και έναν πιο ειρηνικό κόσμο». Οπως επισημαίνει ο καθηγητής Γουόρεν Μπένις, αυτές ακριβώς οι αξίες είναι η πολιτική κληρονομιά του προέδρου Κένεντι.