ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια μεγάλη ευκαιρία κινδυνεύει από αγκυλώσεις

Κρίνοντας με λογιστικούς όρους τα τρία (3) ευρώ, στα οποία ορίστηκε το ανταποδοτικό τέλος για να κυνηγήσει η ΝΕΡΙΤ το όνειρο μιας πραγματικά δημόσιας τηλεόρασης, είναι ελάχιστα. Πολύ περισσότερο όταν τα μισά, περίπου, θα πηγαίνουν στον εθνικό ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό και τα υπόλοιπα στον κρατικό προϋπολογισμό. Αλλά είναι κορυφαίο λάθος αυτήν τη στιγμή να περιοριζόμαστε στους λογιστικούς υπολογισμούς. Το στοίχημα είναι πολύ μεγαλύτερο.

Γιατί το μοναδικό μήνυμα ουσιαστικής ανανέωσης των νοοτροπιών –και όχι μόνο στο μιντιακό πεδίο– δεν μπορεί να αναζητηθεί αυτή τη στιγμή, παρά στην επούλωση του τραύματος από το κλείσιμο της ΕΡΤ με την εκπομπή προγραμμάτων από μια νέα δημόσια τηλεόραση, της οποίας στόχος θα είναι η ανασύνταξη του συναισθηματικού υλικού της χώρας, κορυφαίου για την αυτοπεποίθηση και την εξέλιξή της στο μέλλον.

Οσο φιλόδοξος και αν φαίνεται ένας τέτοιος στόχος, σε έναν τόπο που ουδέποτε –ναι, ουδέποτε– διαμόρφωσε κουλτούρα όχι μόνο δημόσιας τηλεόρασης, αλλά δημόσιου χώρου εν γένει, είναι ο μοναδικός, ο οποίος μπορεί να ανασυγκροτήσει αντιλήψεις, να συνθέσει ταλέντα και εμπειρίες και κυρίως να διαμορφώσει μια εθνική αντίληψη πολιτισμού με την ευρύτερη έννοια, δηλαδή εκείνη που συμπεριλαμβάνει από την αισθητική λόγου και εικόνας μέχρι καθημερινές συμπεριφορές.

Με αυτή την έννοια, η ΝΕΡΙΤ είναι ο μοναδικός θεσμός της εγχώριας δημοκρατίας που έχει τη μεγάλη ευκαιρία της «εξαρχής» σύνθεσής της. Αρκεί να μην πνιγεί η προσπάθεια για το καινούργιο στην ενοχή για το παλαιό, στην προσπάθεια, δηλαδή, να αναβιώσουν κατ’ ουσίαν η τηλεόραση και τα ραδιοφωνικά προγράμματα ως είχαν, απλώς με οικονομικότερη μορφή.

Το πρόβλημα της ΕΡΤ δεν ήταν μόνον η σπατάλη, ήταν και η αδυναμία της να κάνει σύγχρονη τηλεόραση και ραδιόφωνο, και αυτό εκτεινόταν από την αισθητική της εικόνας μέχρι την αισθητική του λόγου στο ραδιόφωνο. Χρειάζονται νέες φωνές, νέα πρόσωπα, καινούργια αντίληψη για την παραγωγή.

Ναι, ο «Εξάντας» και το «Παρασκήνιο» εντάσσονται στην καλή τηλεόραση, αλλά δεν μπορούν να αναδειχθούν στους νέους «δεινόσαυρους» μιας στοιχειωμένης ΝΕΡΙΤ από τα φαντάσματα της ΕΡΤ. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το ραδιόφωνο, για το Τρίτο Πρόγραμμα, που πληροφορούμαστε ότι ετοιμάζεται πυρετωδώς και θυμόμαστε ότι τα τελευταία χρόνια μετά βίας θύμιζε τον χατζιδακικό εαυτό του, εκείνον που ήταν ανοιχτός στις προκλήσεις και είχε κέφι και ορμή να αναζητήσει το καινούργιο και διαφορετικό.

Φυσικά, απαιτείται ένας προσωπικός άθλος από τον καθένα εκ των εργαζομένων στη ΝΕΡΙΤ που προέρχεται από την παλιά ΕΡΤ, καθώς θα πρέπει να ξεπεράσει τις προσωπικές του αγκυλώσεις. Το θέμα όμως δεν είναι να επαναπροσληφθούν όσο γίνεται περισσότεροι από τους παλαιούς. Ας γίνει και αυτό. Αλλωστε, είναι όλοι έμπειροι επαγγελματίες. Αυτό που χρειάζεται είναι να κινητοποιηθούν όλοι εκ νέου έχοντας ανοιχτούς ορίζοντες, κάνοντας νέες προτάσεις, διαμορφώνοντας εκπομπές που θα αξιοποιούν τη γλώσσα του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης, δηλαδή τη σκηνοθεσία. Φτάνει πια με τις ατέρμονες αναγνώσεις έργων ή την τυπική βιντεοσκόπηση παραστάσεων. Χρειάζεται νέα «γλώσσα».

Και μιλώντας για τη «γλώσσα» της ΝΕΡΙΤ, μας έκανε εντύπωση που στο νοικοκυρεμένο οργανόγραμμα δεν προβλέπεται μια διεύθυνση Επικοινωνίας –ή όπως αλλιώς οριστεί–, η οποία σε όλους τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς στον κόσμο θεωρείται συστατική για τη λειτουργία τους. Διότι πρόκειται για εξειδικευμένο τμήμα, το οποίο αναλαμβάνει να διαμορφώσει –σε συνεργασία με τη διοίκηση– και να προβάλει την εικόνα του οργανισμού, από τα σήματα και τα τρέιλερ μέχρι την επικοινωνία με εξωτερικό και εσωτερικό, τις πωλήσεις, τις διαφημίσεις, όλο αυτό το κολοσσιαίο έργο, το οποίο συνιστά ωστόσο την επίσημη, ενιαία «γλώσσα» ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, την εικόνα του, το αναγνωρίσιμο στίγμα του. Να υποθέσουμε ότι μπορεί να ανατεθεί σε επιμέρους υποδιεύθυνση;

Οπως κι αν έχει, η μεγάλη ευκαιρία βρίσκεται σε δύο τομείς, αυτούς της ενημέρωσης και της παραγωγής προγραμμάτων μυθοπλασίας. Ως προς τον πρώτο, της ενημέρωσης, χρειάζεται άμεσα να διαμορφωθούν κανόνες και αρχές ώστε να μην επαναληφθούν φαινόμενα του παρελθόντος, που οδήγησαν στην απαξίωση της κρατικής τηλεόρασης.

Η αλήθεια είναι ότι γνωρίζουμε άριστα τι είναι η καλή τηλεόραση, όπως αποδεικνύεται από τις εκθέσεις που συγκρότησε η ΝΕΡΙΤ με τις απόψεις των πολιτών, όπως καταγράφηκαν στο opengov (htpp/www.opengov.gr/consultations). Εκεί διαβάζουμε το αίτημα για ενημέρωση από δελτία ειδήσεων, όπου διαχωρίζεται ο σχολιασμός από την είδηση, όπου δεν υπάρχουν τηλεπαράθυρα και καβγάδες, όπου ο δημοσιογράφος θέτει απλώς τις ερωτήσεις και δίνει τον λόγο και δεν παρεμβαίνει λέγοντας τη γνώμη του.

Είναι αλήθεια ότι, όταν συζητούμε για την «καλή τηλεόραση», μοιάζει σαν να μιλάμε για έναν καλύτερο εαυτό, τον οποίο φανταζόμαστε ότι έχουμε, αλλά αυτόν ακριβώς οφείλουν να υπηρετούν οι δημόσιες τηλεοράσεις.