ΑΠΟΨΕΙΣ

Δύσκολη ισορροπία της Ευρώπης

Εξι χρόνια από το χρηματοπιστωτικό κραχ του 2008 και τέσσερα χρόνια από το ξέσπασμα της κρίσης χρέους στην Ευρωζώνη, ο πολιτικός ορθολογισμός αρχίζει δειλά να κάνει την επανεμφάνισή του στα λόγια των ηγετών της Ευρώπης. Τις τελευταίες ημέρες, ενόψει των κρίσιμων ευρωεκλογών του Μαΐου και της σχεδόν ταυτόχρονης εξόδου Ελλάδας και Πορτογαλίας από τα προγράμματα διάσωσης της τρόικας, οι επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μιλούν πιο ανοιχτά για μια πιο συνολική αντιμετώπιση της οικονομικής δυσπραγίας της Ευρώπης.

Ο συνήθως «σκληρός» επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, Ολι Ρεν, υποστήριξε ότι ο παρατεταμένος χαμηλός πληθωρισμός στην Ευρωζώνη, γύρω στο 0,8%, δυσχεραίνει την εξισορρόπηση και την ανάκαμψη. Υπενθύμισε ότι η ΕΚΤ έχει στόχο πληθωρισμό 2%. Η παρέμβαση του επιτρόπου προκάλεσε τη σκαιά αντίδραση του Γερμανού υπερυπουργού Β. Σόιμπλε, η οποία δείχνει εμμέσως και τα όρια αυτονομίας της Επιτροπής: «Είναι ανοησία!». Τον κατηγόρησε ότι κάνει προεκλογική εκστρατεία για το Ευρωκοινοβούλιο.

Κάνει και ο Μάριο Ντράγκι προεκλογική εκστρατεία; Στο πλαίσιο του πρόσφατου Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός, ο επικεφαλής της ΕΚΤ αναγκάστηκε να απαντήσει στην Κριστίν Λαγκάρντ, του ΔΝΤ, η οποία επισήμανε ότι ο αποπληθωρισμός απειλεί σοβαρά την Ευρωζώνη. Ο Μ. Ντράγκι αναγνώρισε εμμέσως ότι ο πληθωρισμός είναι πολύ κάτω του ασφαλούς ορίου 2% και είπε ότι η ΕΚΤ είναι έτοιμη να αναλάβει δράση αν χρειαστεί: η ΕΚΤ θα μπορούσε να αγοράσει τιτλοποιημένα δάνεια επιχειρήσεων και νοικοκυριών, εφόσον άλλαζαν οι ρυθμιστικοί κανόνες. Η προσεκτική διατύπωση του κ. Ντράγκι δείχνει ότι αντιλαμβάνεται ως υπαρκτό τον κίνδυνο του αποπληθωρισμού και στέλνει ένα μήνυμα ανάλογο με το «μπαζούκα» ρευστότητας που είχε αναγγείλει τον καλοκαίρι του 2011, για αγορά κρατικών ομολόγων, στο αποκορύφωμα της κρίσης του ιταλικού και του ισπανικού χρέους.

Η χώρα μας πλήττεται ιδιαίτερα από τον διαρκή και βαθύ αποπληθωρισμό: -2,9% τον Νοέμβριο, -1,9% τον Οκτώβριο (Eurostat). Στην πράξη αυτό μεταφράζεται σε επιδείνωση του βάρους εξυπηρέτησης του χρέους, την ώρα που η χώρα συνεχίζει να βυθίζεται στην ύφεση και την ανεργία.

Η διαφαινόμενη, συγκρατημένη έστω, ανησυχία της Επιτροπής και της ΕΚΤ, για τη δυσχερέστατη ανάκαμψη της Ευρώπης δημιουργεί ένα δυνητικό πλαίσιο για αλλαγή πολιτικής. Μια τέτοια ενδεχόμενη αλλαγή ιδανικά θα περιλάμβανε κατ’ αρχάς την Ελλάδα, με την προώθηση μέτρων που θα ανακούφιζαν ουσιαστικά τη χώρα από τα βάρη εξυπηρέτησης του χρέους και θα την έβαζαν σε τροχιά ανάκαμψης. Προϋπόθεση γι’ αυτό θα ήταν βέβαια η κάμψη της γερμανικής αδιαλλαξίας, όπως διατυπώνεται από τον Β. Σόιμπλε.

Οι πολιτικές μετατοπίσεις και οι τελικές αποφάσεις στην Ευρώπη συντελούνται με αργό ρυθμό και περίπλοκους συμβιβασμούς. Φαίνεται όμως ότι μετά τη, λίγο-πολύ ατελέσφορη, τριετία των ευρωμνημονίων και τη διαφαινόμενη αποχώρηση του ΔΝΤ από την τρόικα, και ενόψει νέων πολιτικών συσχετισμών εθνικά και ευρωκοινοβουλευτικά, η Ευρώπη αναζητεί νέα σημεία ισορροπίας. Προς το παρόν πάντως, η πολυπόθητη ισορροπία επιδιώκεται με τεχνικές λύσεις και συγκέντρωση εξουσίας σε όργανα εκτός δημόσιας λογοδοσίας και δημοκρατικής νομιμοποίησης, ενώ ταυτοχρόνως μεγάλα μέρη του ευρωπαϊκού πληθυσμού ωθούνται στη φτώχεια και τον αποκλεισμό. Αυτό ζούμε στην Ελλάδα.