ΑΠΟΨΕΙΣ

Απ’ το «καλό» στο χειρότερο

Βάζεις εσύ όλα τα δυνατά σου στην εξωραϊστική ρητορική, όποιος κι αν είσαι, πρόεδρος της κυβέρνησης, αντιπρόεδρός της, υπουργός Οικονομικών. Λες και ξαναλές, εμπιστευόμενος και την παλαιόθεν διαπιστωμένη μαγική ικανότητα της γλώσσας, ότι τα πράγματα μπήκαν στη σωστή ρότα. Οτι τον δύσκολο κάβο τον περάσαμε. Οτι όπου να ’ναι θα σημάνουν οι καμπάνες της εξόδου και θα βγούμε στο φως. Κάποιοι σε πιστεύουν, γιατί αυτή είναι η δουλειά τους· να σε πιστεύουν και να μετατρέπουν την πίστη τους σε δόγμα, ισότιμο της αληθείας.

Και ενώ αρχίζεις να ελπίζεις ότι το άλλαξες το κλίμα, ότι επικοινωνιακά τουλάχιστον κάτι γίνεται, έρχονται οι οικονομολόγοι της Βουλής και… Και πρέπει να ξετυλίξεις από την αρχή το μπερδεμένο πια κουβάρι της επιτυχίας, της σιγουριάς, της βέβαιης ελπίδας. Γιατί αυτοί οι προφανώς εγκάθετοι αντεθνικών δυνάμεων δεν σου αφήνουν πολλά περιθώρια. Λένε βέβαια και ορισμένα καλά: ανακόπηκε η φυγή κεφαλαίων, το επιχειρηματικό κλίμα βελτιώθηκε, τα σπρεντς έπεσαν, δεν έχουμε πλέον τις χειρότερες δημοσιονομικές επιδόσεις στην Ευρώπη. Τις μεταρρυθμίσεις σου όμως, για τις οποίες καμαρώνεις λέγοντας το αυτάρεσκο «για πρώτη φορά στην Ελλάδα», τονίζουν πως υπήρξαν αποσπασματικές, περιστασιακές, ελλιπείς. Για την ύφεση επικυρώνουν πράγματι τα λόγια σου, αφού και αυτοί λένε ότι για πρώτη φορά έφτασε σε τέτοιο ύψος. Το ίδιο η ανεργία, με τις πιο φρέσκες ηλικίες να βουλιάζουν στην κατάθλιψη. Κι από πάνω, το δημόσιο χρέος εκτοξεύτηκε, η δε προσδοκία εξόδου στις αγορές πρέπει να συμμαζευτεί, γιατί τα επιτόκια θα είναι δυσβάσταχτα.

Λέει και άλλα το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής στην τριμηνιαία έκθεσή του. Οτι η βιωσιμότητα του πρωτογενούς πλεονάσματος δεν είναι τόσο δεδομένη όσο τη θεωρούν οι κυβερνητικοί διαφημιστές. Και ότι στα χρόνια της κρίσης οι φτωχοί έγιναν ακόμα πιο φτωχοί και οι πλούσιοι ακόμα πιο πλούσιοι. Με αριθμούς; Το 2012, οι φτωχότεροι Ελληνες ήταν κατά 56,5% πιο φτωχοί απ’ ό,τι το 2009, προφανώς επειδή, όπως διαβάζουμε στα ήπια ελληνικά της επιστήμης, η εσωτερική υποτίμηση «επιδιώχθηκε σχεδόν αποκλειστικά μέσω των μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας και κυρίως με τη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας». Επιπλέον, χάρη και στην κοινωνικοφορολογική δικαιοσύνη, «το πλουσιότερο 20% των Ελλήνων είναι σήμερα ακόμη πιο πλούσιο από το φτωχότερο 20%».

Ας μη βιαστεί κανείς να απαντήσει παροιμιωδώς. Ας μην πει «τ’ είχες, Γιάννη, τ’ είχα πάντα». Γιατί έτσι που αγρίεψε η ανισοκατανομή, ο Γιάννης (ή οι 40 από τους γνωστούς 45) ίσως δεν έχει τίποτα πια. Ούτε και το «Ελα, παππού μου, να σου δείξω τ’ αμπελοχώραφά σου» είναι βέβαιο ότι στέκει. Πρέπει πρώτα να ερωτηθεί ο παππούς αν έχει ακόμα στην κυριότητά του τ’ αμπελοχώραφά του. Ισως τα πούλησε κοψοχρονιά για να βοηθήσει παιδιά κι εγγόνια. Που δεν βγαίνουν. Το λένε και οι ουδέτεροι οικονομολόγοι της Βουλής.