ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενα βήμα μετά τον Λευτέρη Βογιατζή

​​Τι έχει αλλάξει στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Λευτέρη Βογιατζή; Τα πάντα και τίποτα. «Τα πάντα», γιατί μπαίνοντας στο θέατρο νιώθεις κενό στην ατμόσφαιρα. Δεν είναι το ίδιο συνεκτική, υπάρχουν χάσματα, λείπει ο άνθρωπος που ένωνε τις αντιθέσεις και μεταμόρφωνε τον χώρο σε στέγη. «Τίποτα», γιατί λειτουργεί στην εντέλεια, γεμίζει κόσμο, ο Νίκος Κουρής και ο Μάκης Παπαδημητρίου, που διαδέχτηκαν στη σκηνή τη νεανική ομάδα kursk, η οποία παρουσίασε ένα συλλογικό κείμενο (την «Προσευχή της κοπέλας που έπεσε μέσα στο πηγάδι και δε θέλει να πεθάνει»), παίζουν «Το τάβλι» (1972) του Δημήτρη Κεχαΐδη με διάθεση μιας ερμηνείας συγχρονισμένης με τη σημερινή εποχή.

Ανάμεσα στο κοινό, στην παράσταση της περασμένης Κυριακής, ήταν και άνθρωποι που πήγαιναν για πρώτη φορά στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων. Το ομολογούσαν στους διπλανούς τους, δεν γνώριζαν πολλά για το παρελθόν του, ήταν εκεί για το έργο, για τους ηθοποιούς… Ενα χρόνο μετά τον θάνατο του ιδιοκτήτη, ενός χαρισματικού, ιδιοσυστασιακού και καινοτόμου θεατράνθρωπου, όπως ήταν ο Λ. Βογιατζής, το θέατρο είναι σε μεταίχμιο. Οφείλει να γυρίσει σελίδα, να αποκτήσει τη μετα-Βογιατζή ζωή και ταυτότητά του.

Εχουμε δει «κληρονομιές» να καταρρέουν με γδούπο και πολλά απόνερα να ακολουθούν. Συνέβη, για να αναφερθούμε στο πιο ηχηρό, με τον Κάρολο Κουν και το Θέατρο Τέχνης. Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια, επώδυνα και εν πολλοίς παρακμιακά, για να αναλάβει δυνάμεις τόσο η Φρυνίχου όσο και το Υπόγειο (με τη βοήθεια του Διαγόρα Χρονόπουλου) και να επιστρέψουν, με άλλη μορφή, στον θεατρικό χάρτη της πόλης. Ο Κουν ήταν ένας και μοναδικός, η «κληρονομιά» του δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί, η απομίμηση δεν ήταν παρά ένα δυσβάστακτο βάρος. Στοιχεία της «σχολής Κουν», της αισθητικής αντίληψης και του ερμηνευτικού της κώδικα, μπορούσε να αναγνωρίσει κανείς σε σκόρπιες ανά την ελληνική επικράτεια παραστάσεις. Η προσπάθεια, όμως, να εγκλωβιστεί το χρίσμα στα πνευματικά «παιδιά» του, προκάλεσε μόνο αναταράξεις και θλιβερούς εμφυλίους.

Ετσι και τώρα, τηρουμένων των αναλογιών, στην οδό Κυκλάδων. Η 30χρονη πορεία της «Σκηνής» και της «νέας Σκηνής», θύλακος θεάτρου και εργαστήρι θεατρικής συνείδησης, ήταν δημιούργημα κυρίως ενός ανθρώπου. Αυτός ήταν η ατμομηχανή, με τις εμμονές, το πείσμα, την τελειοθηρία του, τη δύναμή του να μεταμορφώνει λέξεις, σκέψεις, εικόνες. Ο τρόπος δουλειάς, η τεχνική του μεταγγίστηκαν, περισσότερο ή λιγότερο, σε συνεργάτες του, σε θεατές των παραστάσεών του. Σκόρπισαν, έγιναν ή γίνονται συν τω χρόνω κτήμα, συνειδητά ή ασυνείδητα, ενός ετερογενούς πληθυσμού. «Αποδέκτης» της κληρονομιάς δεν είναι το θέατρό του αλλά οι πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι που τον έζησαν, τον παρακολούθησαν, τον άκουσαν, τον είδαν, τον θαύμασαν ή τον αμφισβήτησαν.

Ο κάθε επόμενος χρόνος στην οδό Κυκλάδων οφείλει να είναι πραγματικά «επόμενος». Με τόλμη, πάθος, δοκιμαστικές πτήσεις, αναδιπλώσεις, προτάσεις, νέους καλλιτέχνες. Ενα θερμοκήπιο δουλειάς και αναζήτησης. Με παραστάσεις που να σπέρνουν και να αναπαράγουν την επιθυμία για δημιουργία. Ούτε υπό τη σκέπη ούτε υπό το «βλέμμα» του Λευτέρη Βογιατζή. Στη ζωή, όπως και στη θεατρική σκηνοθεσία, δεν ξέρεις πού πηγαίνεις, ποιο είναι το επόμενο βήμα, αλλά πρέπει να το βρεις, όπως έλεγε ο Πίντερ. Πρέπει να συνεχίζεις την πορεία σου. Εστω και με μεγάλη αβεβαιότητα. Ο Λευτέρης Βογιατζής που πέθανε στις 2 Μαΐου του 2013 το είχε κάνει πράξη.