ΑΠΟΨΕΙΣ

Σε αναζήτηση λειτουργικού συμβιβασμού Δύσης – Ρωσίας

Εδώ και δύο μήνες η Δύση επιχειρεί ανεπιτυχώς να βρει τρόπους αναχαίτισης της ρωσικής επιθετικότητας στην Ουκρανία, αλλά αδιαφορεί για την εξεύρεση ενός κοινού κώδικα με τη Μόσχα. Με τις κυρώσεις να έχουν περιορισμένο αντίκτυπο, Ουάσιγκτον και Βρυξέλλες δεν έχουν ακόμη σφυρηλατήσει ένα αποτελεσματικό μέτωπο έναντι της Ρωσίας.

Δυστυχώς, οι βασικοί εμπλεκόμενοι δείχνουν εγκλωβισμένοι σε ζητήματα εικόνας και εσωτερικών πιέσεων, γεγονός που τους στερεί τη δυνατότητα υπαναχώρησης για να μη δείξουν αδυναμία, δοκιμάζοντας τις αντοχές αλλήλων και για μελλοντικά εγχειρήματα. Για τη Ρωσία, το μήνυμα προς τις υπόλοιπες μετασοβιετικές Δημοκρατίες και τις ηγεσίες τους πρέπει να είναι αυστηρά ξεκάθαρο, για τις δε ΗΠΑ, η όποια αστοχία αντενδείκνυται σε σχέση με την Κίνα αλλά και τους ανά τον κόσμο εταίρους τους. Ομως, σκεπτόμενοι με το βλέμμα στο μέλλον, κινδυνεύουν να φαλκιδεύσουν το παρόν της περιφερειακής και κατ’ επέκταση παγκόσμιας σταθερότητας. Το φαινόμενο να έχουν υπογραφεί δύο διεθνείς συμφωνίες (21ης Φεβρουαρίου και Μεγάλης Πέμπτης) και να μην έχει τηρηθεί καμία, έστω κατά το ελάχιστο, κρίνεται ιδιαίτερα ανησυχητικό.

Με αφορμή την κρίση στην Ουκρανία προκύπτουν δύο κεντρικά ερωτήματα που θα κρίνουν εν πολλοίς το μέλλον των σχέσεων Δύσης – Ρωσίας: Αποδεχόμαστε ή όχι το ειδικό καθεστώς που απολαμβάνει η Μόσχα στον μετασοβιετικό χώρο και κατά πόσο μπορούμε να αντεπεξέλθουμε σε μια συστηματική αντιπαράθεση μαζί της;

Στην πρώτη περίπτωση, αναγνωρίζουμε ότι στην εν λόγω περιοχή η Ρωσία διατηρεί σαφές συγκριτικό πλεονέκτημα και πως η συνεννόηση μαζί της, η οποία συνεπάγεται μίνιμουμ συναντίληψη (π.χ. για τη μη ένταξη της Ουκρανίας σε σχηματισμούς), αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την περιφερειακή σταθερότητα. Κατόπιν, μέσα από μία «υπεύθυνη αυτονομία» των δρώντων επιχειρούμε από τη μία να συνενώσουμε δυνάμεις στο οικονομικό πεδίο για να περιορίσουμε τον βαθμό έκθεσής μας, και, παράλληλα, προσφέρουμε ένα εναλλακτικό οικονομικοπολιτικό μοντέλο, επενδύοντας στις κοινωνίες πολιτών και ειδικότερα στους νέους, αντί των διεφθαρμένων ηγεσιών, οι οποίες, έτσι κι αλλιώς, συνομιλούν καλύτερα με το Κρεμλίνο. Το τελευταίο, πέρα από λεονταρισμούς, επιθυμεί εξίσου ένα σχετικά προβλέψιμο περιβάλλον στην «αυλή» του. Αντιλαμβάνεται τόσο τη δομική ζημιά από πιθανές ανεξέλεγκτες καταστάσεις όσο και την ανάγκη για πολιτικές οικονομίας κλίμακος προκειμένου να επιμεριστεί το βάρος διατήρησης της ισχύος του, κάτι που θα το υποχρεώσει αργά ή γρήγορα να αποδεχθεί ότι ΗΠΑ και Ε.Ε. μπορούν να αναπτύξουν κάποιου είδους ρόλο και λόγο στα δρώμενα.

Αυτό επ’ ουδενί δεν σημαίνει ότι θα πάψουν οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί, ωστόσο, θα περάσουν σε δεύτερο πλάνο, επαναφέροντας την αντιπαράθεση σε φυσιολογικά όρια και σε προβλέψιμα επίπεδα. Η διατήρηση και ο σεβασμός του τωρινού status quo είναι ο μικρότερος δυνατός κοινός παρονομαστής γύρω από τον οποίο θα πρέπει να υπάρξει στοιχειώδης συμφωνία. Προέχει, πάντως, χωρίς να διαφαίνεται, η αποκλιμάκωση στην Ουκρανία.

Στο δεύτερο ερώτημα, λόγω της έντονης αλληλεξάρτησης και συμπληρωματικότητας δεν μπορεί καμία πλευρά να αντέξει μία παρατεταμένη ρήξη. Ειδικότερα για τη Ρωσία, της ευάλωτης οικονομίας και των δημογραφικών αδιεξόδων, μεσομακροπρόθεσμα η διευθέτηση των κυριότερων προκλήσεων, καθώς και η μετεξέλιξή της σ’ ένα «κανονικό» κράτος, προϋποθέτουν συνεργασία με τους Δυτικούς της εταίρους. Ενώ για τις Βρυξέλλες και την Ουάσιγκτον, η αποξένωση της Μόσχας, η συνακόλουθη εξώθησή της σε αντιπαραγωγικές συμπεριφορές και η στροφή προς την Απω Ανατολή, με παράλληλη συστηματικοποίηση της αμφισβήτησης της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ, όχι μόνο θα επιφέρουν κλυδωνισμούς σε μια περίοδο ευρύτερων ανακατατάξεων, αλλά θα τους αποστερήσει ένα σημαντικό εταίρο στον επικείμενο ανταγωνισμό με την Κίνα.

Συνεπώς, πρέπει τα δύο μέρη να εργαστούν αρχικά προς την κατεύθυνση αποτροπής περαιτέρω αποσταθεροποιητικών για τις σχέσεις τους ενεργειών –ώστε σταδιακά να βρουν μία φόρμουλα ισορροπίας– και σε μεταγενέστερο χρόνο να αναζητήσουν έναν αμοιβαία επωφελή λειτουργικό συμβιβασμό. Σε διαφορετική περίπτωση, θα αλληλοεξουδετερωθούν σ’ ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, με σημαντικές εκατέρωθεν απώλειες και μόνο χαμένους.

* Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.