ΑΠΟΨΕΙΣ

Δύο άδικα δεν κάνουν ένα δίκιο

Οταν συνελήφθη η 17Ν το 2002, δεν είχε ακόμα ανοίξει η συζήτηση για την τρομοκρατία στη χώρα μας. Η ξαφνική κατάρρευση της 17N προκάλεσε περιέργεια αλλά και άγχος. Η συγκεκριμένη ομάδα αποδομήθηκε από την εικόνα που εξέπεμψαν τα μέλη της, στην ουσία όμως του προβλήματος της τρομοκρατίας και της πολιτικής βίας δεν υπήρξε εμβάθυνση. Οσο για την επίσημη πολιτεία, η κύρια έμφαση ήταν να χαρακτηρισθούν τα μέλη της 17N «απλοί ληστές και δολοφόνοι».

Η επιλογή «απλοί ληστές και δολοφόνοι» ίσως ήταν μονόδρομος, αφού κανείς δεν ήξερε το είδος της υποδοχής που θα επιφύλασσε η κοινή γνώμη στην οργάνωση, αλλά και για να εξασφαλιστεί ότι η δίκη των μελών της θα επικεντρωνόταν στις πράξεις τους και όχι στις ιδέες ή προθέσεις τους. Εάν, όμως, η κοινωνία θεωρούσε ότι η 17Ν ήταν ξένο σώμα και ότι ήταν απλοί ληστές και δολοφόνοι, δεν θα δρούσαν ανενόχλητοι επί 27 χρόνια. Το ξέρω και από τη δική μου εμπειρία, όταν δολοφονήθηκε ο πατέρας μου το 1985, οπότε δεν το αντιμετώπισα ούτε το ένιωσα ως ένα τυχαίο φόνο του κοινού ποινικού δικαίου.

Ετσι, όμως, χάθηκε το 2002 η ευκαιρία να αντιμετωπίσουμε την τρομοκρατία ως κοινωνικά επικίνδυνη πολιτική δράση και όχι μόνο ως θέμα του αστυνομικού δελτίου. Για τον λόγο αυτό, θέματα όπως η απόδραση Ξηρού ή οι ληστές στο Βελβεντό, προκαλούν μονίμως πόλεμο ανακοινώσεων μεταξύ των μεγάλων κομμάτων ή και άλλων φορέων. Ισως και η ανάδειξη μιας παράταξης που εξιδανικεύει την πολιτική και κοινωνική βία, όπως η Χρυσή Αυγή, είναι ακόμη μια σαφής ένδειξη ότι ως κοινωνία ουδέποτε αποκηρύξαμε πραγματικά την τρομοκρατία και τη βία σαν πολιτικές πρακτικές.

Πότε και πώς θα μπορέσουμε άραγε να τελειώνουμε με αυτό τον ιδιότυπο εμφύλιο που εκδηλώνεται όχι μόνο στην τρομοκρατία αλλά και σε τόσα πολλά ζητήματα της δημόσιας ζωής μας; Ισως μπορεί να μας βοηθήσει η τοποθέτηση του Τόνι Νέγκρι, θεωρητικού της ιταλικής τρομοκρατίας, που κάνοντας κριτική της δράσης των Ερυθρών Ταξιαρχιών παρατήρησε ότι το άδικο των τρομοκρατών δεν σημαίνει πως οι άλλοι είχαν δίκιο.

Οι σκέψεις που κάνω είναι ίσως απλουστευτικές –δεν είμαι άλλωστε ειδικός– θεωρώ όμως χρήσιμο να αναζητήσουμε την άκρη του κουβαριού στην πρόσφατη ιστορία μας, στον Εμφύλιο και τις προεκτάσεις του.

Εχουμε λοιπόν τους λεγόμενους νικητές και τους λεγόμενους ηττημένους του Εμφυλίου. Εκτιμώ ότι είχαμε πολύ κακούς νικητές, οι οποίοι δεν έδειξαν τη γενναιοψυχία που αρμόζει σε τέτοιες περιστάσεις και συνέχισαν να κυνηγούν και να αποκλείουν τους ηττημένους από την κοινωνική ζωή του τόπου. Είχαμε και πολύ κακούς ηττημένους, που δεν δέχθηκαν την ήττα τους και με κάθε τρόπο επιζητούσαν εκδικητικά την απονομιμοποίηση της εξουσίας των νικητών.

Η Μεταπολίτευση οδήγησε στην αλλαγή της επίσημης θεώρησης του Εμφυλίου, αλλά χωρίς να ξεπεραστούν τα πολιτικά πάθη που γέννησε. Για μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας, το δημοκρατικό πολίτευμα αντιμετωπίστηκε ως καταπιεστικό και όχι ως συνταγματική κατοχύρωση όλων των πολιτικών ιδεών και τάσεων. Αντίστοιχα, τα πολιτικά κόμματα αναπτύχθηκαν εις βάρος θεσμών που έχουν σκοπό τους τη διεύρυνση και διασφάλιση των συνθηκών ισονομίας και αξιοκρατίας.

Για τον λόγο αυτό η πολιτική ρητορεία που αναπτύχθηκε ήταν στείρα και συμψηφιστική. Η κάθε πλευρά κερδοσκοπεί στα σφάλματα της άλλης χωρίς καμία προσπάθεια για συναίνεση και σύνθεση. Το δίκιο μας είναι το άδικο της άλλης πλευράς.

Επειδή ακριβώς καλλιεργήθηκε η εντύπωση (και όχι μόνο) ότι οι θεσμοί δεν προστατεύουν, δημιουργήθηκε ο χώρος όπου η 17Ν μπορούσε να εμφανίζεται ως τιμωρός. Ανεξαρτήτως των κινήτρων που είχαν αυτοί οι άνθρωποι, σημαντικό τμήμα της κοινωνίας μας τους απέδιδε τα εύσημα του καθαρού πολιτικού κινήτρου και αναγνώρισε την αυτοδικία ως μια μορφή δικαιοσύνης. Καλό θα ήταν επομένως αντί να ξορκίζουμε τη 17Ν ως «ληστές και δολοφόνους» να την αναγνωρίσουμε ως απόστημα μεν, αλλά της δικής μας κοινωνίας. Δεν αρκεί να καταδικάσουμε τις ληστείες και τις δολοφονίες, αλλά πρέπει να απορρίψουμε και τη βία συνολικά, από όποια πλευρά και αν προέρχεται, ως τρόπο να επιλύουμε τα κοινωνικά και τα πολιτικά μας προβλήματα.

Αν είμαστε πλέον ώριμοι να αντιμετωπίσουμε ως κοινωνία το φαινόμενο της τρομοκρατίας, θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να αναλάβουμε τις δικές μας ευθύνες. Ευθύνες ότι τους αναθέσαμε την ικανοποίηση ενός φαντασιακού αισθήματος δικαιοσύνης, ότι δεν κάναμε όσα έπρεπε για να καλύψουμε ικανοποιητικά το υφιστάμενο όντως έλλειμμα δικαιοσύνης στη χώρα μας. Θα πρέπει να μπορούμε κάποτε να πούμε, για τη 17Ν και την τρομοκρατία γενικότερα, ότι το δικό τους άδικο δεν σημαίνει πως εμείς έχουμε δίκιο.

Αυτό θα ήταν η πραγματική θωράκιση των θεσμών μας και η απόρριψη της κάθε προελεύσεως τρομοκρατίας ως πολιτικής επιλογής. Γιατί άλλο καταδίκη των τρομοκρατών, και μάλιστα ως ληστών και δολοφόνων και άλλο η κατηγορηματική απόρριψη της τρομοκρατίας. Η τελευταία είναι καρπός της ανάληψης ευθυνών από όλους μας ακόμα και για τις πράξεις των τρομοκρατών, της αναγνώρισης ότι εξέφρασαν ένα μέρος της συλλογικής μας παθολογίας. Ισως έτσι θα δώσουμε όλοι μαζί νόημα στο αίμα που χύθηκε και θα κλείσουμε, επί τέλους, τον ακήρυχτο εμφύλιο της Μεταπολίτευσης.

* Ο κ. Γ. Μομφερράτος είναι υποψήφιος ευρωβουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία.