ΑΠΟΨΕΙΣ

Η κρισιμότητα των ευρωεκλογών

Κατά κανόνα οι ευρωεκλογές δεν επηρέαζαν καθοριστικά τις πολιτικές εξελίξεις. Ωστόσο, η επερχόμενη αναμέτρηση, πέραν της πανευρωπαϊκής σημασίας της, λόγω της ανόδου του ευρωσκεπτικισμού σ’ όλες τις χώρες, εμφανίζει ιδιαίτερη κρισιμότητα για τα πολιτικά μας πράγματα. Κατά πρώτο λόγο θα κριθεί αν η ανέκαθεν ηυξημένη πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών παραμένει φιλοευρωπαϊκή ή όχι. Τούτο σημαίνει ότι το συνολικό ποσοστό που θα συγκεντρώσουν ο ΣΥΡΙΖΑ, οι ΑΝΕΛ, η Χ.Α. και το ΚΚΕ, θα υπολείπεται και –μάλιστα αδιαμφισβήτητα– της δυνάμεως, που θα επιτύχουν αθροιστικά, η Ν.Δ., το ΠΑΣΟΚ-Ελιά και η ΔΗΜΑΡ. Από τα μικρότερα κόμματα, εκείνο που αναμένεται να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο, είναι μόνον το φιλοευρωπαϊκό «Ποτάμι». (Αν, φυσικά, επιβεβαιωθούν τα δημοσκοπικά του ποσοστά που του δίνουν, περίπου ή και πάνω, από διψήφιο νούμερο). Βεβαίως, στην περίπτωση που προκύψει αντιευρωπαϊκή πλειοψηφία, δεν θα διακυβευτεί, τουλάχιστον άμεσα, η θέση της χώρας στην Ε.Ε. Eνα τέτοιο, όμως, αποτέλεσμα θα αποτελεί αδιαμφισβήτητη νίκη, ιδίως για τον ΣΥΡΙΖΑ, με την «επιβράβευση» της διγλωσσίας του, στο μείζον αυτό θέμα και κυρίως με την ενδυνάμωση, της αριστερότερης μειοψηφίας του, που εκφράζει ο κ. Παν. Λαφαζάνης. Μια τέτοια αλλαγή ισορροπιών, είναι βέβαιον, πως θα καταστήσει περισσότερο θολές και παλινωδούσες τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, εν όψει των μελλοντικών εθνικών εκλογών. Oμως τούτο, πιθανότατα, θα έχει εφεξής ήσσονα σημασία, αφού η ασάφεια των θέσεών του, θα έχει ήδη γίνει αποδεκτή από το εκλογικό σώμα, με ένα «νικηφόρο» αποτέλεσμα στις ευρωεκλογές.

Eτσι, το σημαντικότερο είναι ότι μια «αντιευρωπαϊκή» έκβαση στις ευρωεκλογές, θα συνιστά μια, εξ ίσου σαφή, ήττα για τα δύο κυβερνώντα κόμματα και ιδιαίτερα για τον κ. Σαμαρά, ο οποίος έθεσε ως εκλογικό δίλημμα το «ναι ή όχι στην Ευρώπη». Μια τέτοια ήττα θα οφείλεται, κατά σημαντικό λόγο και σε μια «απρόσμενη» συρρίκνωση του σχήματος ΠΑΣΟΚ-Ελιά, πολύ κάτω του 10%. Τούτο θα επιτρέψει στον κ. Τσίπρα να αμφισβητήσει δυναμικότερα την ύπαρξη κυβερνητικής πλειοψηφίας, δυσχεραίνοντας την εκπλήρωση των τελευταίων, αλλά σημαντικών, υποχρεώσεών της, βάσει των μνημονίων. Η αμφισβήτηση αυτή πιθανότατα θα μεγιστοποιηθεί, λόγω κορύφωσης της κρίσης στο ΠΑΣΟΚ, με «πρωτεργάτη» τον κ. Γιώργο Παπανδρέου. Με την πρόσφατη δήλωσή του ο τέως πρωθυπουργός, ουδόλως απέκρυψε την πρόθεσή του να ανταποδώσει στον κ. Βενιζέλο την «αρχηγοανατρεπτική» του εμφάνιση, το βράδυ των εκλογών της 16ης Σεπτεμβρίου στο Ζάππειο, μετά την εκλογική ήττα του ΠΑΣΟΚ. (Η βενιζέλειος κίνηση δεν ευοδώθηκε τότε, με αποτέλεσμα ο «Γιωργάκης» να υπερισχύσει· τελικά, δε, να αναδειχθεί και πρωθυπουργός, προς μεγάλη ζημία του ΠΑΣΟΚ και μεγίστη της χώρας)…

Oπως είναι προφανές όλες οι παραπάνω εξελίξεις, μετά τις ευρωεκλογές, είναι απόλυτα προβλέψιμες. Συνακόλουθα, η ιδιαίτερη κρισιμότητά τους κάθε άλλο παρά συνιστά μια «συνήθη» και –σχετικά– «ανώδυνη» πολιτική αντιπαράθεση, η οποία, κατά κανόνα, διαμορφωνόταν, με ψήφο κάποιας «ανακλητής» απόρριψης, μιας «εν θερμώ» διαμαρτυρίας ή της «δραματικής» προειδοποίησης. Για όλους αυτούς τους λόγους η ψήφος μας στις ευρωεκλογές της Κυριακής 25ης Μαΐου, προσωπικά πιστεύω, πως πρέπει να είναι, περισσότερο από ποτέ, κριτική, πολιτικά ψύχραιμη και φυσικά, ανεπηρέαστη, από τα «ψηφοροελκυστικά πρόσωπα», που προτείνουν (για μια ακόμη φορά) όλα τα κόμματα. Κοντολογίς, οι συνθήκες μας επιβάλλουν ψήφο μέγιστης ευθύνης…