ΑΠΟΨΕΙΣ

Ευτελίζοντας τον πόνο του άλλου

Τα συμβάντα είναι γνωστά. Την περασμένη Τετάρτη δημιουργήθηκε το αδιαχώρητο στα επτά σημεία στην Αθήνα, αλλά και στη Θεσσαλονίκη, όπου παραγωγοί και πωλητές λαϊκών αγορών σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις νέες ρυθμίσεις μοίρασαν φρούτα, λαχανικά και ψάρια. Σπρωξίματα, φωνές, αγκωνιές, λιποθυμίες, ατέλειωτες ουρές, «επίθεση» στους πάγκους που έριξαν κάτω οι αγχωμένοι στην ιδέα ότι δεν θα καταφέρουν να προσεγγίσουν τα τρόφιμα πριν αυτά τελειώσουν. Εικόνες αποκαλυπτικές, που πονούν… Ομως για άλλη μια φορά έγιναν αντικείμενο πολλαπλής εκμετάλλευσης – από τα μέσα ενημέρωσης με στόχο την υψηλή θεαματικότητα και από πολιτικές παρατάξεις για επικοινωνιακούς σκοπούς· μετατράπηκαν πάραυτα σε προεκλογικό επιχείρημα, σε κράχτη ψηφοφόρων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα χιλιάδες άτομα που περίμεναν υπομονετικά στην ουρά ή εκείνα που άρπαζαν σακούλες με λαχανικά, ήταν εκεί από ανάγκη. Μόνο η στέρηση μπορεί να ωθήσει κάποιον που δεν είναι επαίτης, που θέλει να ζει με αξιοπρέπεια από τους καρπούς των κόπων του, στην πολύωρη αναμονή ή στην απεγνωσμένη μάχη για λίγα μήλα. Την ευρεία εκπτώχευση πιστοποιούν άλλωστε και οι αριθμοί. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 34,65% του ελληνικού πληθυσμού (3,8 εκατ. άτομα) ζει στο όριο της φτώχειας (μέσος ευρωπαϊκός όρος 24,3% ή 124,5 εκατ. άτομα). Το 19,5% των Ελλήνων (15,2% το 2011, ευρωπαϊκός μ.ο. 9,9%) αντιμετωπίζει δυσκολίες στην πληρωμή του ενοικίου, βασικών λογαριασμών, στερείται ικανοποιητικής θέρμανσης, δεν έχει πλυντήριο, τηλεόραση, τηλέφωνο, δεν τρώει συχνά κρέας ή ψάρι, δεν πηγαίνει διακοπές, δεν διαθέτει αυτοκίνητο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η φτώχεια περιορίζει ασφυκτικά το πλαίσιο ζωής και αποκλείει το άτομο από τον εξανθρωπισμό. Η στέρηση το εξαχρειώνει, το κάνει επιθετικό, η έγνοια για τον διπλανό παραμερίζεται, στην πάλη για επιβίωση υπερτερεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Ομως η υπερπροβολή των εικόνων με τα απλωμένα χέρια, των στιγμών αδυναμίας ανθρώπων που υποφέρουν, δεν αγγίζει το πρόβλημα στην ουσία του, αλλά αντίθετα το ευτελίζει μετατρέποντάς το σε θέαμα, εγείρει όχι τον προβληματισμό, αλλά τον κανιβαλισμό.

Ο θεατής περνάει από το γεγονός που περιγράφει η εικόνα στην ηδονική κατανάλωσή της. Δηλαδή η εικόνα διαχωρίζεται από το γεγονός, μετατρέπεται σε κάτι αναλώσιμο, που εξαντλείται την ίδια τη στιγμή της θέασής της και δεν παραπέμπει σε κάτι πέρα από αυτήν. Η επαναλαμβανόμενη αναμετάδοση των ίδιων στιγμιότυπων, ξανά και ξανά, εξουδετερώνει το περιεχόμενο των πολλαπλών μηνυμάτων τους και το αντικαθιστά με τις προδιαγραφές της ψυχαγωγίας, του θεάματος. Εκείνο που αποκωδικοποιείται και εισπράττεται εντέλει είναι η αποδιάρθρωση του πραγματικού. Οσο πιο επίπονα αναπαράγεται η «αυθεντική μαρτυρία», τόσο πιο πολύ βαθαίνει η πραγματική απουσία του κόσμου. Τόσο πιο πολύ επιβάλλεται η «αλήθεια» του πομπού.

Ολες οι μεθοδεύσεις για την απόκτηση της γνώσης, για την κατανόηση μιας κοινωνικής κατάστασης, για τη δημιουργία ενός εσωτερικού σύμπαντος είναι θεμιτές. Ο συλλογισμός, η ενόραση, ο ενθουσιασμός, ο οδυρμός. Μια κοσμοαντίληψη μπορεί να εδράζεται σε επιχειρήματα αλλά και στα δάκρυα. Οχι όμως στα «ανθρωποφαγικά» ένστικτα και στην ανάλωση του πόνου του άλλου. Αυτά είναι ένα πυροτέχνημα έντονης συγκίνησης που σκάει στο στερέωμα του μηδενός.