ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Ελλάδα που αγαπήσαμε

Η αλήθεια είναι πως δεν αγαπήσαμε όλοι την ίδια Ελλάδα. Για ορισμένους από μας η αγαπημένη χώρα είναι μια απέραντη παραλία, αμμουδιά κατά προτίμηση, γεμάτη με ομπρέλες και ξαπλώστρες, με το λεπτό άρωμα του αντηλιακού να ίπταται και, το κυριότερο όλων, το μπιτ των μπάσων να μεταδίδεται από τα γιγάντια ηχεία σε εξίσου γιγάντια ντεσιμπέλ. Κοκτέιλ ή αναψυκτικά στην ημερήσια διάταξη εννοείται, όσο μπορείς πιο άφθονα κοκτέιλ και αναψυκτικά. Την Ελλάδα αυτή πολλοί ηγάπησαν, και την ηγάπησαν τόσο, που, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ξαπλώστρα τους για τους μήνες του καλοκαιριού, ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν νοίκι όσο ένα διαμέρισμα. Λίγο πιο κάτω, παρκαρισμένο όσο πιο κοντά γίνεται στην πατημένη αμμουδιά, τους περίμενε το 4Χ4 και λίγο πιο έξω το απαραίτητο γκάτζετ του ελληνικού καλοκαιριού, το σκάφος. Κι αν μάλιστα κοιτάξεις από την κατάλληλη γωνία, το μάτι σου θα πιάσει και το οίκημα, το νησιωτικόν και καλοκαιρινόν, το οποίο έχει μερικά παραπάνω τετραγωνικά και πισίνα, αλλά ταιριάζει μια χαρά και στο σκάφος και στο 4Χ4.

Για άλλους, η Ελλάδα που αγάπησαν δεν είχε ούτε ομπρέλες ούτε ξαπλώστρες ούτε μπιτ από τα μπάσα. Ηταν κι αυτή μια απέραντη παραλία, όχι απαραιτήτως αμμουδιά, που την ήθελαν έρημη και ανεκμετάλλευτη, κάτι σαν φάντασμα αγνής παρθένου. Και επειδή αυτή η παραλία μέσα τους ήταν ταυτισμένη με την Ελλάδα, και η Ελλάδα στην ψυχή του κάθε Ελληνα πατριώτη είναι ταυτισμένη με τον εαυτό του, στην παραλία αυτή συμπεριφέρονται όπως στον εαυτό τους, σαν να ’ταν εντελώς δική τους. Και αφήνουν τα πλαστικά τους όπου βρουν και βουτάνε τις γόπες από τα τσιγάρα τους στην άμμο και απολαμβάνουν τις τσιρίδες με τις οποίες οι γόνοι τους ξορκίζουν τα κακά πνεύματα του μέλλοντος για να εξασφαλίσουν πως μια μέρα η παραλία των πατεράδων τους θα γίνει δική τους. Κι εδώ υπάρχει οίκημα κάπου κοντά. Κι αν είναι πάνω στο κύμα, προκειμένου να διαλαλήσει τον πατριωτισμό του, έχει κοτσάρει ο ιδιοκτήτης και μια ελληνική σημαία. Οπου βλέπετε κτίσμα με ελληνική σημαία να ξέρετε πως είναι αυθαίρετο.

Οι παραλίες της επικράτειας, οφείλουμε να το παραδεχθούμε, ακολουθούν τη μοίρα του δημόσιου χώρου είτε είναι πεζοδρόμιο είτε δρόμος είτε πλατεία είτε κοινή ησυχία – δημόσιο αγαθό κι αυτή. Υπάρχουν για να κακοποιούνται ούτως ή άλλως. Πλην όμως, με τούτα και με εκείνα, και με τις κακοτεχνίες και με τη μανία μας για κακοποίηση και με τις αγαθές προθέσεις του άδολου καταπατητή, οι παραλίες μας είναι κομμάτι της Ελλάδας που αγαπήσαμε. Σώθηκαν όποιες σώθηκαν και από τη λάσπη του Δημοσίου και από τη δίψα των ιδιωτών, με αυθαίρετα ή χωρίς, με κάνα σκουπίδι παραπάνω, επιβάλλουν την ανάγκη τους να συντηρηθούν. Αρκεί να επισκεφθεί κανείς το έκτρωμα της μεσογειακής Ισπανίας για να εκτιμήσει τον οίκο της ελληνικής ανοχής.

Οχι, κ. Χατζηδάκη. Ευτυχώς δεν είμαστε σοβιετικό κράτος και ευτυχώς που καταλάβατε πως το Δημόσιο, αδηφάγο, αχόρταγο, αντιπαραγωγικό και βαθύτατα ηλίθιο, δεν μπορεί να συμμετάσχει στην ανάπτυξη που έρχεται. Ομως, για ακόμη μία φορά, αντιλαμβάνομαι πως δυστυχώς ο λεγόμενος φιλελευθερισμός σας έχει τα χαρακτηριστικά μεσσιανικής ιδεολογίας, κοινώς έχει τόση σχέση με τον φιλελευθερισμό όση και η Ελλάδα με την ελεύθερη αγορά. Διότι εδώ, αγαπητέ κ. Χατζηδάκη, δεν συζητάμε για το αν θα ανοίγουν τα καταστήματα τις Κυριακές και άλλες ανοησίες. Εδώ συζητάμε για το μέλλον του τόπου, για το ουσιαστικό μέλλον του τόπου, για τη φυσιογνωμία της ανάπτυξης που υποτίθεται ότι θα έρθει κάποια μέρα. Πριν λοιπόν ψηφιστεί ακόμη ένας πρόχειρος νόμος, καλόν θα ήτο να σκεφτείτε ότι το ζήτημα δεν είναι αν οι παραλίες θα είναι ιδιωτικές ή δημόσιες. Το ζήτημα είναι αν οι παραλίες θα συνεχίσουν να είναι παραλίες και η Ελλάδα να μοιάζει κάπως με τη χώρα που αγαπήσαμε.