ΑΠΟΨΕΙΣ

Η πολιτική σχολή της στοιχειώδους διλημματικής

Υπάρχουν κάποια στρατηγήματα στην πολιτική αντιπαράθεση που πρέπει να είναι συνομήλικα της δημοκρατίας, της δυνατότητας δηλαδή των πολιτών να επιλέγουν ανάμεσα σε δύο (τουλάχιστον) διεκδικητές της προτίμησής τους. Με τα χρόνια, και εξαιτίας της υπέρμετρης χρήσης τους, τα στρατηγήματα αυτά εξέπεσαν σε απλές συνήθειες ή τικ. Είναι τμήμα της πολιτικής ρουτίνας, της παράδοσης που περνάει φθειρόμενη από τη μια γενιά στην άλλη. Μολαταύτα, αν και έχουν αποδειχθεί τεχνάσματα ισχνής αποτελεσματικότητας στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, οι θιασώτες και χρήστες τους δεν μειώθηκαν καθόλου. Και φυσικά ανάμεσά τους βρίσκονται και όσοι κατά καιρούς επαγγέλλονται μια κάποια ανανέωση του τρόπου διεξαγωγής της πολιτικής μάχης ή έναν θολό «νέο πολιτικό πολιτισμό».

Στα συνήθη λοιπόν και τα αναμενόμενα συγκαταλέγεται η σπουδή των κομματικών αρχηγών (όσο μικρής μερίδας κι αν ηγούνται) να δηλώνουν εμμέσως ή και ευθέως πως η μοίρα του τόπου ταυτίζεται με το πρόσωπό τους. Για λόγους σεμνότητας έχει προηγηθεί η ταύτιση του κόμματος ή της παράταξής τους με την πατρίδα. Οπότε, σύμφωνα και με τις ιδιότητες των μαθηματικών, εφόσον Κόμμα = Πατρίδα και Εγώ = Κόμμα, προκύπτει αυτομάτως και ντετερμινιστικώς ότι Εγώ = Πατρίδα. Οπου «Εγώ» ο κάθε κομματικός ηγέτης, μικρός ή μεγάλος, αν κρίνουμε από τις δηλώσεις αυτού του περιεχομένου που αποθησαύρισε η συλλογική μνήμη τα τελευταία χρόνια. Εχει γίνει μάλιστα σαφές ότι συνήθως, όταν εκτοξεύεται αυτή η εξίσωση, απευθύνεται κατ’ αρχάς στο ίδιο το εσωκομματικό ακροατήριο, σαν απροκάλυπτη απειλή: Μη με αμφισβητείτε, μη με κρίνετε, διότι μπορεί να πέσω. Κι αν πέσω εγώ, θα χαθεί το κόμμα μας, θα χαθεί και η πατρίδα. Αρα θα χαθείτε κι εσείς, χάνοντας κι όποιο αξίωμα τυχαίνει να κατέχετε.

Σπανιότατα όμως η μοίρα ενός τόπου ταυτίζεται με τη μοίρα κάποιου ηγέτη του – κι όταν συμβαίνει αυτό, δεν είναι πάντα για καλό. Οι «Απαραίτητοι και Μόνοι και Μεγάλοι», στην καβαφική ορολογία, ή οι «Αναντικατάστατοι», στη γνωστή σαρκαστική ρήση του Κλεμανσό, είναι εντέλει γρανάζια στη μηχανή της Ιστορίας. Οχι μηχανοδηγοί, κι ας τους ψιθυρίζει κάτι τέτοιο η φαντασίωση ή η λιμοδοξία τους.

Δεύτερη κομματικοπολιτική συνήθεια, παρεπόμενη, ο βομβαρδισμός με διλήμματα-απειλές του ψηφοφόρου κοινού, που αντιμετωπίζεται σαν καταναλωτικό. Η δουλειά των προπαγανδιστικών επιτελείων αυτή είναι βέβαια, να επινοούν διλήμματα δίκην δολωμάτων και να τα πετάνε στις λαοθάλασσες προς αλίευση ψυχών και ψήφων. Η πολιτική διαδικασία ωστόσο παραμένει σύνθετο φαινόμενο, δυναμικό. Και οι παράμετροι που κρίνουν προς τα πού θα κλίνει τελικά ένας «αναποφάσιστος» ψηφοφόρος είναι πολλές, συχνά δε και αντιφατικές· γιατί και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει δεν είναι μονοδιάστατα και η ανθρώπινη σκέψη (τουλάχιστον η αποπαγιδευμένη και αποφενακισμένη) έχει πολλούς δρόμους να πάρει, αναζητώντας, μελετώντας και ελέγχοντας. Παρά την απλουστευτική ή και εκβιαστική λογική των επιτελείων, τα μαθηματικά της κοινωνίας παραμένουν ανώτερα. Δεν περιορίζονται στη στοιχειώδη αριθμητική – ή μάλλον στη στοιχειώδη διλημματική.