ΑΠΟΨΕΙΣ

Μείζον, αλλά εκτός ατζέντας

Στην καθημερινότητα ο αέρας ουδόλως μας απασχολεί, αφού είναι δεδομένος, επιπλέον άυλος, αφανής. Και η ρύπανσή του είναι δεδομένη, αν και όχι πάντα αφανής.  Ομως πάλι δεν μας θορυβεί, αν και κατά καιρούς απασχολεί. Θα έπρεπε, υποστηρίζει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Η ποιότητα του αέρα (μαζί με το ζωογόνο οξυγόνο αναπνέουμε πάνω από 3.000 ρύπους) επιδεινώνεται δραματικά στις μεγάλες πόλεις του κόσμου, σκοτώνοντας αργά τους κατοίκους τους – το 2012 μόνο τα μικροσωματίδια οδήγησαν στον θάνατο 3,7 εκατ. άτομα (στην Ελλάδα, 1.230 ανά εκατομμύριο πληθυσμού). Ερευνα που διενήργησε ο ΠΟΥ σε 1.600 πόλεις σε 91 χώρες έδειξε ότι μόνο το 12% του συνολικού πληθυσμού τους αναπνέει αέρα συμβατό με τις προδιαγραφές του. Καλά νέα υπάρχουν μόνο για τις μητροπόλεις των πλούσιων χωρών, ενώ τραγικά είναι για εκείνες των αναπτυσσόμενων. Η Ελλάδα δεν ανήκει στις πρώτες· είναι η χώρα με τις υψηλότερες τιμές αιωρούμενων σωματιδίων στην Ευρώπη. Τις μισές μέρες τον χρόνο, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, οι συγκεντρώσεις των διαβόητων PM10 και PM2,5, που προκαλούν καρδιολογικά προβλήματα και αναπνευστικά νοσήματα, ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια ασφαλείας, και δεν λαμβάνεται κανένα μέτρο. Σωματίδια που εκλύονται από την καύση πετρελαίου, σκόνη από τη Σαχάρα, η κάπνα από τις σόμπες και τα τζάκια, που ευτυχώς με την έλευση της άνοιξης έσβησαν, κ.ά., δημιουργούν ένα νοσογόνο κοκτέιλ. Φιάλες με καθαρό αέρα δεν διατίθενται στην αγορά, λένε οι εκπρόσωποι του ΠΟΥ (τα πρώτα χρόνια της έξαρσης του φωτοχημικού νέφους υπήρχαν μπαρ στη δυτική Ευρώπη όπου, εκτός από ποτό, «σέρβιραν» και εισπνοές οξυγόνου από ειδικές φιάλες), ωστόσο οι πόλεις μπορούν να λάβουν μέτρα για να βελτιωθεί ο αέρας και να σωθεί η ζωή των κατοίκων τους.

Η χαμηλή ατμοσφαιρική ρύπανση αποκαλύπτει τον βαθμό αποτελεσματικότητας μιας συντεταγμένης πολιτείας. Αλλά δεν υπάρχει σχεδόν σε κανένα πρόγραμμα υποψηφίου, συγκεκριμένα, απτά. Η κρίση περιθωριοποίησε τους συντελεστές βελτίωσης της ποιότητας ζωής, τους απώθησε ως ελάσσονος σημασίας, δημιούργησε περιθώρια εξιλέωσης των σφαλμάτων, παραγραφής των παρανομιών, έκανε τη συνείδηση ελαστική, παρέλυσε τους προβληματικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, συνθήκες που εκμεταλλεύονται σφόδρα όσοι πάντα κυνηγούσαν το ει δυνατόν μεγαλύτερο κέρδος. Διότι, μέσα στην εξέλιξη της κρίσης, από τα πιο σημαντικά φαινόμενα που ανέκυψαν είναι η δυνατότητα που δόθηκε σε ορισμένους να μετονομάσουν τα προβλήματα σε προσχήματα, την υπαναχώρηση σε σωτηρία.

Mέτρα που δεν εφαρμόζονται, που μισο-εφαρμόζονται, μέτρα καταστροφικά, ημίμετρα (επιδόματα θέρμανσης, επανασύνδεση του ρεύματος σε απόρους, δωρεάν ρεύμα σε αναξιοπαθούντες όταν το νέφος χτυπάει κόκκινο)… Πέρα από τη μικρή ιασιμότητα ή την ανθυγιεινότητά τους, είναι κι ο «καθρέφτης» που μέσα του βλέπουμε τη γνώριμη εικόνα της παχυλής ψευτοσοβαρότητας, του υποκριτικού ενδιαφέροντος, της σπάνιας σύζευξης στοχασμού και πράξης. Mια εικόνα που ανυψώνεται, ακόμα, σε πρότυπο.