ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενας οδηγός που τον λένε απελπισία

Το πιο εντυπωσιακό νούμερο στο τσίρκο είναι αυτό που κάνει ο σχοινοβάτης. Περπατά ψηλά σε τεντωμένο σχοινί και από κάτω βρίσκεται το κενό. Οι θεατές κρατούν την ανάσα τους κομμένη όταν αυτός με ένα απότομο άλμα προς τα πίσω αλλάζει κατεύθυνση στον αέρα.

Τέτοιου είδους ακροβασίες θύμισαν τις τελευταίες μέρες οι κινήσεις τριών πολιτικών ηγετών της Κεντροαριστεράς. Αιφνιδιάζοντας φίλους και αντιπάλους, αλλά κυρίως τους Ελληνες πολίτες, ο Γ. Παπανδρέου, ο Φ. Κουβέλης και ο Ευ. Βενιζέλος προχώρησαν σε απότομη αλλαγή πορείας στη μέση της προεκλογικής περιόδου.

Ο πρώτος, συμμετέχοντας στην παρουσίαση του βιβλίου της υποψήφιας ευρωβουλευτού με τη ΔΗΜΑΡ, Μ. Κοππά, υπονόησε πως σχεδόν υποστηρίζει (και) το κόμμα του Φώτη Κουβέλη. Ο τελευταίος, πάλι, επιχειρεί να ανακυκλώσει όλες τις εκδοχές του ΠΑΣΟΚ: εκσυγχρονιστές, το αριστερό πατριωτικό ΠΑΣΟΚ, πρώην ή νυν Παπανδρεϊκούς. Το μέγεθος της πολυσυλλεκτικότητας της μικρής ΔΗΜΑΡ εντυπωσιάζει.

Η κοινή παρουσία των δύο ανδρών αντιμετωπίστηκε από τους περισσότερους πολίτες, δικαίως νομίζω, με χιούμορ και σαρκασμό. Δύο πολιτικοί που τα τελευταία χρόνια έχουν ακολουθήσει διαφορετικές, για να μην πω αντίθετες, πορείες σε κρίσιμες στιγμές για τη χώρα, κάθονται «ξαφνικά» δίπλα δίπλα λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές, θέλοντας να πείσουν πως αυτό που τους ενώνει είναι ο κοινός τους προβληματισμός για το μέλλον της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Ας είμαστε ειλικρινείς! Στην πραγματικότητα αυτό που τους φέρνει τον έναν κοντά στον άλλον είναι η αγωνία για την προσωπική πολιτική τους επιβίωση, καθώς και οι δύο νιώθουν πως κινδυνεύουν να αποτελέσουν παρελθόν από την πολιτική ζωή. Τους ενώνει επίσης ο κοινός αντίπαλος, ο Ευ. Βενιζέλος. Για διαφορετικούς λόγους, ο τελευταίος αποτελεί ένα αγκάθι στον λαιμό των άλλων δύο και κάνουν οτιδήποτε μπορούν για να τον αποσταθεροποιήσουν. Υπό μία έννοια συνεχίζουν τη μεγάλη παράδοση των πολιτικών ηγεσιών του Κέντρου από την εποχή του Μεσοπολέμου, να αντιπαθούν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τους άλλους κεντρώους ηγέτες.

Ο Βενιζέλος μας εντυπωσίασε και αυτός. Ξαφνιάζοντας ακόμη και τους συντρόφους του, έκανε στροφή 180 μοιρών και αναβάθμισε σε κρίσιμες για τη σταθερότητα της κυβέρνησης τις ευρωεκλογές αυτές υιοθετώντας ουσιαστικά την επιχειρηματολογία του Αλ. Τσίπρα. Πάντως, η στροφή αυτή δεν ήταν εντελώς απρόβλεπτη. Η λογική ανάλυση οδηγούσε από καιρό τα πράγματα προς τα εκεί. Σε παλιότερο άρθρο μου έγραφα: «Το κόμμα που ταυτίστηκε με τη διακυβέρνηση δεν θέλει να τα παρατήσει τόσο εύκολα. Η προσπάθεια του μελλοθανάτου να γαντζωθεί από την εξουσία έστω και ως μικρός εταίρος προκειμένου να επιβιώσει είναι αξιοπρόσεκτη. Το ΠΑΣΟΚ τώρα επιχειρεί ως πραγματικός survivor της πολιτικής αρένας να κρατηθεί στη ζωή μέσα από έναν πολιτικό εκβιασμό προς τους ψηφοφόρους: ή με διατηρείτε στο παιχνίδι, μας λέει, ή ρίχνω την κυβέρνηση». («Καθημερινή», 16 Μαρτίου 2014).

Ομως το πρόβλημα για το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στο γεγονός πως είναι τόσο φθαρμένο που η ουσιαστική ανάκαμψη δείχνει να είναι πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Πρόσκαιρα, ο εκβιασμός ίσως να επηρεάσει μερικούς ψηφοφόρους, αλλά ας μη γελιόμαστε, δεν θα πρόκειται για συγκλονιστική αλλαγή. Μία-δύο μονάδες προς τα πάνω μπορεί να σώσουν τα προσχήματα και από πανωλεθρία να μετατραπούν οι εκλογές σε απλή ήττα, αλλά ώς εκεί.

Το αγγλοσαξονικό ρητό too little, too late (πολύ λίγο, πολύ αργά) βρίσκει στην περίπτωση αυτή απόλυτη εφαρμογή. Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον ηγέτη του ΠΑΣΟΚ είναι ότι πολύ λίγοι θα πιστέψουν πως πραγματικά εννοεί τον εκβιασμό και δεν μπλοφάρει. Το ΠΑΣΟΚ, και ο πρόεδρός του, έχει τόσο πολύ ταυτίσει την ύπαρξή του με τη διακυβέρνηση, που η απειλή της πτώσης της κυβέρνησης δείχνει μη πραγματοποιήσιμη. Οδηγούμενος από την απελπισία του, ο Ευ. Βενιζέλος τοποθετεί πάνω στο τραπέζι (για να χρησιμοποιήσουμε μία γνώριμη στο ΠΑΣΟΚ ορολογία) ένα άδειο πιστόλι και το χειρότερο γι’ αυτόν είναι πως το ξέρουν όλοι αυτό.

Ο αιφνιδιασμός είναι η πιο αγαπημένη συμπεριφορά των Ελλήνων πολιτικών πολλές δεκαετίες τώρα. Απολαμβάνουν να βλέπουν να ζωγραφίζεται η έκπληξη στα μάτια των αντιπάλων τους και των ψηφοφόρων. Ισως γιατί περισσότερο από την εκπόνηση δημόσιων πολιτικών (public policy) που απαιτούν συστηματική, σχεδιασμένη και σκληρή, αλλά τις περισσότερες φορές αφανή εργασία, οι Ελληνες πολιτικοί απολαμβάνουν να θεωρούνται δεξιοτέχνες όπως οι ταχυδακτυλουργοί και οι ακροβάτες. Δεν θέλουν απλώς εκτίμηση και σεβασμό από τους ψηφοφόρους, θέλουν το κοινό να μαγευτεί από το νούμερό τους.

Στο τσίρκο, πάντως, πολλοί θεατές περισσότερο από το ανάποδο σάλτο απολαμβάνουν την αποτυχία του ακροβάτη. Χαιρέκακα ευχαριστιούνται να βλέπουν την ελεύθερη πτώση του σώματος στο κενό να ακολουθείται από το αίσθημα ντροπής του καλλιτέχνη που απέτυχε μπροστά στο κοινό του. Το καλό με το τσίρκο είναι πως υπάρχει δίχτυ ασφαλείας, που σώζει τον ακροβάτη και του δίνει τουλάχιστον μια δεύτερη ευκαιρία. Στην πολιτική ζωή, δυστυχώς ή ευτυχώς, τέτοιο δίχτυ δεν υπάρχει.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.