ΑΠΟΨΕΙΣ

Δυσοίωνα μηνύματα για την Ευρώπη

Τα μηνύματα δεν είναι καλά για την Ενωμένη Ευρώπη και φαίνεται, δυστυχώς, να επαληθεύουν μία πρόβλεψη που είχε διατυπωθεί τον περασμένο Νοέμβριο από τούτη εδώ τη στήλη, πως «η ευρωπαϊκή ιδέα θα δοκιμαστεί στις προσεχείς ευρωεκλογές». Οι κάλπες, βέβαια, θα επιβεβαιώσουν ή θα διαψεύσουν τους φόβους, αλλά προς το παρόν οι ενδείξεις και οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες, όχι ειδικά για την Ελλάδα, αλλά για την Ευρώπη στο σύνολό της. Ξεκινώντας από το μέγεθος της αποχής και καταλήγοντας στην άνοδο της Ακροδεξιάς και του ευρωσκεπτικισμού.

Προχθές έγινε γνωστό ότι έρευνα (Ipsos) σε δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες (Βέλγιο, Βρετανία, Κροατία, Γαλλία, Γερμανία, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ολλανδία, Πολωνία, Ισπανία και Σουηδία) έδειξε ότι το 62% των πολιτών δεν ενδιαφέρονται για τις ευρωεκλογές, ενώ μόλις 35% δήλωσαν αποφασισμένοι να ψηφίσουν. Τα υψηλότερα ποσοστά βούλησης για συμμετοχή προήλθαν από χώρες του πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τα χαμηλότερα από χώρες που εντάχθηκαν αργότερα και αυτό κάτι λέει ασφαλώς, όπως και για τους υπερατλαντικούς αξιωματούχους που πρώτα πίεζαν να γίνουν αποδεκτές ως μέλη και μετά έσπευδαν να διαχωρίσουν την Ευρώπη σε «παλιά» και «νέα», ανάλογα με τη διάθεση συμμόρφωσής τους στις πολιτικές των ΗΠΑ.

Σε κάθε περίπτωση, αν πραγματικά η συμμετοχή στις κάλπες κατέβει στο 35%, ή έστω πέσει κάτω από 40%, το πλήγμα θα είναι σοβαρό. Θεωρούσαμε ήδη χαμηλό το ποσοστό της συμμετοχής, που στις προηγούμενες εκλογές του 2009 δεν ξεπέρασε το 44%, και η πτώση του σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα δημιουργεί θέμα πολιτικής νομιμοποίησης για το Ευρωκοινοβούλιο που θα προκύψει. Ενα Ευρωκοινοβούλιο με αυξημένες αρμοδιότητες, από το οποίο μάλιστα θα προκύψει και ο νέος πρόεδρος της Κομισιόν. Αρα το ερώτημα περί πολιτικής νομιμοποίησης θα τεθεί και για τον επικεφαλής του σημαντικότερου θεσμικού οργάνου των Βρυξελλών.

Το δεύτερο πολύ μεγάλο πρόβλημα είναι η εμφανέστατη άνοδος του ευρωσκεπτικισμού και της Ακροδεξιάς σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Οι δημοσκοπήσεις φέρνουν το κόμμα του Φάρατζ πρώτο στη Βρετανία, της Λεπέν πρώτο στη Γαλλία, πρώτους τους ακροδεξιούς στην Ολλανδία, εξαιρετικά ανεβασμένους τους ακροδεξιούς στην Ουγγαρία, όπου το κυβερνών κόμμα θεωρείται εθνικιστικό και πάει λέγοντας, με εντελώς ακραία περίπτωση τη ναζιστική Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα. Οι ερμηνείες που δίδονται είναι πολλές, αλλά παρατηρείται μία κοινή συνισταμένη που σχετίζεται με τη μετανάστευση, την ξενοφοβία και τον ρατσισμό. Σε ό,τι αφορά τον ευρωσκεπτικισμό, μπορεί να πει κανείς ότι διαφορετικά, ίσως και αντίθετα, είναι τα αίτια της ανόδου του στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, από τα αντίστοιχα στον ευρωπαϊκό Βορρά. Οι πρώτες απαιτούν στήριξη, οι δεύτερες είναι απρόθυμες να την προσφέρουν.

Σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα δημοσκοπήσεις, υπολογίζεται πως η ομάδα των ακροδεξιών ευρωσκεπτικιστών στο Ευρωκοινοβούλιο θα απαρτίζεται από 190 – 225 μέλη. Θα είναι επομένως μια μεγάλη ευρωομάδα, γύρω στο 26-27% του αριθμού (751) των ευρωβουλευτών. Θα είναι μειοψηφία βεβαίως σε σύγκριση με το σύνολο των ευρωπαϊστών βουλευτών του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, των Σοσιαλιστών και των Φιλελευθέρων, αλλά δεν παύει να είναι μια υπολογίσιμη δύναμη, ικανή να βάζει εμπόδια σε κάθε προσπάθεια με στόχο την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ας μη λησμονούμε ότι και στην πλευρά της Αριστεράς θα υπάρχουν έκδηλα στοιχεία αντιευρωπαϊσμού. Κλασικά παραδείγματα το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και το κόμμα του Γκρίλο στην Ιταλία.

Πολλοί αποδίδουν τα φαινόμενα της αποχής και του ευρωσκεπτικισμού στην απόσταση που υπάρχει μεταξύ του σημερινού ευρωπαϊκού οικοδομήματος και της λεγόμενης «Ευρώπης των λαών». Αγνωστο πώς εννοεί ο καθένας την «Ευρώπη των λαών», αλλά η αλήθεια είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση κτίστηκε και προχώρησε με αποφάσεις από πάνω και όχι με πίεση από κάτω. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά με τέτοια πανσπερμία εθνών, χωρών, γλωσσών και κρατικών ή άλλων συμφερόντων. Οι αντιδράσεις εμφανίστηκαν και κλιμακώθηκαν με την παγκοσμιοποίηση, την αυξανόμενη μετανάστευση και τα οικονομικά προβλήματα.

Η λογική λέει ότι καμία ευρωπαϊκή χώρα, ούτε καν η Γερμανία (πόσο μάλλον η Ελλάδα), μπορεί να τα καταφέρει μόνη της στο σημερινό παγκόσμιο σκηνικό. Μπορεί όμως η λογική να υπερισχύσει του λαϊκισμού και του εθνικισμού. Ας ελπίσουμε, και φυσικά η Ευρώπη δεν χρειάζεται μία ακόμη κρίση όπως αυτή της Ουκρανίας.