ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα… προαπαιτούμενα του ψηφοφόρου

Διακόσια δισεκατομμύρια σε μια δεκαετία. Αυτό είναι το ποσό κατά το οποίο αυξήθηκε η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα μεταξύ 2000, έτος που η μετάβαση στην Ευρωζώνη κατέστη βεβαία, και έτους 2009, όταν η Ελλάδα αντιμετώπισε τον κίνδυνο να απολέσει, λόγω της δημοσιονομικής απορρύθμισης, και την ίδια τη νομισματική σταθερότητα.

Πρόκειται για πάρα πολλά χρήματα. Πενήντα πέντε εκατομμύρια κάθε μέρα επί δέκα χρόνια, πάνω από είκοσι δισεκατομμύρια τον χρόνο, θα εξασφάλιζαν ένα μπουμ ανάπτυξης, όχι μόνον στην ελληνική, αλλά ακόμη και στην πλέον «τρύπια» οικονομία του πλανήτη.

Τα νέα δάνεια πήγαν κατά κύριο λόγο στην κατανάλωση αγαθών. Οσα νοικοκυριά σώρευαν δάνεια, υπολογίζοντας στον εσωτερικό πληθωρισμό εισοδημάτων για να τα αποπληρώσουν, αντιμετώπισαν την καταστροφή.

Οι τράπεζες, άρα και τα στελέχη τους, έχουν τραγικές ευθύνες επειδή υποδαύλισαν τον υπερδανεισμό των φτωχότερων μικροαστικών στρωμάτων της κοινωνίας. Τις ίδιες ευθύνες έχει και η Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτική αρχή, που όφειλε να έχει δημιουργήσει νωρίς κριτήρια αυτοπεριορισμού των δανείων. Στην πρώτη αυτή δεκαετία εντός της Ζώνης, τα δάνεια με τα οποία «φορτώθηκαν» τα νοικοκυριά, πρακτικώς δεκαπλασιάστηκαν. Ηδη, άλλωστε, τα μισά καταναλωτικά και το ένα τέταρτο των δανείων για ακίνητα, βαραίνει επικίνδυνα το χαρτοφυλάκιο των τραπεζών, αποστερώντας πολύτιμους πιστωτικούς πόρους από την οικονομία.

Εξάλλου, το μεγαλύτερο μέρος των δανείων που πήραν τα νοικοκυριά πρέπει να προστεθεί στον απευθείας δανεισμό του επιχειρηματικού τομέα. Τυπικό είναι το παράδειγμα των στεγαστικών δανείων, που αποτελεί έμμεση χρηματοδότηση του κατασκευαστικού τομέα της κατοικίας, ο οποίος, δυστυχώς, είναι πολυδιασπασμένος σε χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες. Αλλά και το μεγαλύτερο μέρος των καταναλωτικών δανείων αφορά εξοπλισμό ή την προεξόφληση μελλοντικών παγίων δαπανών, που υποστήριξαν πολλές μεσαίες και μεγαλύτερες επιχειρήσεις λιανικής.

Αντιλαμβανόμαστε ότι από τα 200 δισ. που προστέθηκαν στην οικονομία μετά το 2009, μικρό μόνο τμήμα τους μετατράπηκε σε μακροπρόθεσμες παραγωγικές επενδύσεις. Ελα όμως που μόνον επενδύσεις σε νέες ικανότητες παραγωγής είναι αυτές που χρησιμεύουν, όταν η μεγάλη κρίση πέφτει πάνω στην οικονομία, την απασχόληση, το κράτος και, τελικά, τις επιχειρήσεις!

Πρόκειται γι’ αυτό που ορθώς αποκαλέσαμε στο παρελθόν μια οικονομία «σε πήλινα πόδια». Ομως, δεν μπορούμε να ξεκάνουμε όσα έγιναν. Είναι γι’ αυτό απορίας άξιο ότι η μείζων αντιπολίτευση έχει υιοθετήσει κήρυγμα γυρολόγων, υποσχόμενη την επιστροφή σε αυτό το παρελθόν. Είναι προφανές ότι κανείς δεν πρόκειται να μας δανείσει μια νέα δεκαετία ξέφρενης κατανάλωσης.

Είναι απολύτως εφικτό για τα κόμματα να μεταφέρουν τους διαξιφισμούς τους σε ό,τι μπορεί να σημαίνει για τον καθένα μας το όνειρο μιας Νέας Ελλάδας. Είναι όμως πολύ αργά για να γίνει κάποια σοβαρή και περιεκτική συζήτηση για τους λόγους που θα κάνουν τη «Νέα» Ελλάδα να ξεχωρίζει, μεταξύ των κρατών της ευρωπαϊκής χαλαρής συνομοσπονδίας.

Τρία πράγματα θέλουν, σίγουρα, οι ψηφοφόροι, αδιακρίτως άλλων κομματικών ή ιδεολογικών επιλογών. Πρώτον, να τιμωρήσουν όσους, κατά την κρίση τους, ευθύνονται για τα δεινά της χώρας. Δεύτερον, να διασφαλίσουν ότι δεν πρόκειται να συμβεί κάτι χειρότερο στη χώρα, άρα στους ίδιους και στα αγαπημένα τους πρόσωπα. Τρίτον, αλλά όχι τελευταίο, να ενισχύσουν με την ψήφο τους την όποια θετική προοπτική διαφαίνεται στην απασχόληση του εργατικού δυναμικού και στην ενίσχυση των επιχειρήσεων.

Πώς θα ερμηνεύσουν τα κόμματα τη στάση όσων ψηφίσουν με μοναδικό κριτήριο τη δίδυμη «οργή και απόρριψη»; Είναι σίγουρα πολύ δύσκολο να ερμηνευθεί ως έγκριση σε κάποιο σχέδιο για μια «Νέα» Ελλάδα. Αντιθέτως, οι δύο άλλες επιλογές, επειδή συνδυάζουν την άμυνα με την προσπάθεια να οργανωθεί μια αναπτυξιακή αντεπίθεση, ευκολότερα θα υποστηρίξουν τις προσπάθειες να στηθεί η χώρα σε μια «Νέα Προοπτική».

Δεν χρειαζόμαστε αύξηση της κατανάλωσης με δανεικά. Απαιτούνται επιχειρηματίες που θα βάλουν τα δικά τους χρήματα πριν ζητήσουν νέα δάνεια.