ΑΠΟΨΕΙΣ

Μετανάστης θάνατος

«Το πρόβλημα της Λαμπεντούζας και του Φαρμακονησιού με τους μετανάστες», μονολογούσε άνθρωπός της, όχι από κυνισμό παρά από βαριά οργή που δεν ξέρει τι να την κάνει, «θα λυθεί σε διακόσια χρόνια. Δεν το λένε οι πολιτικοί. Οι ωκεανολόγοι το λένε και οι κλιματολόγοι. Μέχρι τότε τα νερά της θάλασσας θα έχουν ανέβει τρία μέτρα. Κι έτσι, Λαμπεντούζα γιοκ. Φαρμακονήσι γιοκ. Ισως και Σάμος και Χίος και ποιος ξέρει πόσα άλλα νησιά. Και θα πάψουν, επιτέλους, να μας ενοχλούν με τον μετανάστη θάνατό τους Σομαλοί, Σύροι, Ιρακινοί, Σουδανοί. Και η Μεσόγειος θ’ ανήκει τελεσίδικα στους νεκρούς της. Τους νεκρούς της ειρήνης. Περισσότερους από τους νεκρούς των πολέμων της».

Ναι, τυχαίνει να μην μπορούν όλοι να κρατήσουν την πολιτισμένη ψυχραιμία τους και τη λογιστική διαύγειά τους. Τυχαίνει να μην μπορούν να αφομοιώσουν πενήντα ή εξήντα θανάτους τη βδομάδα. Και αδυνατούν να συγχωρήσουν τη στερεοτυπική αναφορά των αστυνομικών δελτίων (όπως σχεδόν αυτούσια τα υιοθετεί μεγάλο τμήμα της δημοσιογραφίας): «Αλλοι είκοσι παράνομοι μετανάστες πνίγηκαν, όταν το σκάφος που τους μετέφερε…», «Αλλοι πενήντα παράτυποι μετανάστες αγνούνται…». Πού πέφτει ο τόνος; Στο «παράτυποι». Στο «παράνομοι». Στο «λαθρομετανάστες». Πρόκειται για μια τεχνική προληπτικής απαξίωσης των πνιγμών ή έστω σχετικοποίησης της σημασίας τους. Που και μηχανιστικά αν αναπαράγεται, διατηρεί τη δολιότητά της. Αφού σιγά σιγά οι λέξεις-στίγματα (παράνομος, παράτυπος, λαθραίος) εντυπώνονται τόσο βαθιά ώστε να ρυμουλκούν το νόημα του θανάτου στον χώρο του συνήθους και του αναμενόμενου.

Σχεδόν ακούς κάτω από τις λέξεις το θηριώδες «τα ’θελαν και τα ’παθαν, γυρεύοντας πήγαιναν». Θηριώδες; Οχι. Ακόμα κι αυτό ειπώθηκε προ καιρού στην ελληνική τηλεόραση, από βαρύ σχολιαστή που «δεν καταλάβαινε τι γύρευαν χειμωνιάτικα στη θάλασσα γυναίκες και παιδιά». Γυναίκες και παιδιά της Συρίας που πνίγηκαν στο Φαρμακονήσι. Και μάλλον δεν θα ’χαν τίποτα «να γυρέψουν χειμωνιάτικα στις θάλασσές μας», αν η πατρίδα τους δεν είχε καταντήσει κολαστήριο από έναν πολύχρονο εμφύλιο που από καιρό είναι ένας κρυμμένος διεθνής, με κάθε καρυδιάς «εθελοντές» και στα δύο στρατόπεδα· που δεν είναι μόνο δύο, γιατί υπάρχουν και μικροί εμφύλιοι μέσα στον μεγάλο εμφύλιο. Και στην πιο δαπανηρή και -κυρίως- επικίνδυνη μορφή της, λοιπόν, η εξαναγκαστική μετανάστευση δεν είναι παράλογη. Κάθε άλλο.

Παράτυπος θάνατος, λαθραίος ή παράνομος, δεν υπάρχει, ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να τον αντιμετωπίζει έτσι μια ήπειρος προικισμένη με ανοιχτό και ανεκτικό πολιτισμό, όπως καυχιέται να λέει πως είναι η δική μας. Ενόψει των εκλογών της, όμως, η Ευρώπη κλείνεται όλο και περισσότερο στο φοβικό καβούκι της, αστόχαστα. Και πριμοδοτεί με την ψήφο της, και κυρίως με την καρδιά της, κόμματα και πολιτικάντηδες που επενδύουν στο μίσος κατά του ξένου και στην απέχθεια.