ΑΠΟΨΕΙΣ

Πέντε λεπτά απ’ την Ομόνοια

Οι παλαιότεροι θυμούνται βεβαίως το σλόγκαν μεσίτη ο οποίος διαφήμιζε οικόπεδα που απείχαν «πέντε λεπτά απ’ την Ομόνοια». Η Ομόνοια τότε είχε σιντριβάνια, ήταν το σημείο συνάντησης της επαρχίας που κατέβαινε στην πρωτεύουσα και η απόσταση των πέντε λεπτών, έστω κι αν την κάλυπταν ταχυδρομικά περιστέρια, ήταν, όπως και να το κάνουμε ελκυστική. Ας μην ξεχνάμε πως ήταν τα χρόνια της αθεράπευτης αστυφιλίας. Και αν δεν κάνω λάθος, τα πέντε λεπτά από την Ομόνοια μεταφράζονταν σε θέα στο απέναντι φαράγγι, με αποτέλεσμα να τσιμεντωθεί η Αττική. Πάντως αυτά, τα «πέντε λεπτά από την Ομόνοια» μου θύμισε η τοποθέτηση του κ. Σπηλιωτόπουλου περί του τεμένους που θα χτιστεί στον Βοτανικό, κοινώς «μπροστά στον Ιερό Βράχο» – πέντε λεπτά από την Ακρόπολη για την ακρίβεια. Προκειμένου δε να εικονογραφήσει αυτό που θα μας συμβεί πρόσθεσε πως δεν χρειάζονται νέα «τσαντίρια», ούτε άλλοι πόλοι λαθρομετανάστευσης, έχοντας ενδεχομένως κατά νου τους διάφορους εμπόρους «Ρομά» -κατά το ορθώς λεγόμενον- οι οποίοι κατασκηνώνουν γύρω από τις εκκλησίες κατά τη διάρκεια των ιερών πανηγύρεων. Η ένταση με την οποία αντιδρά στο θέμα πάντως με κάνει να αναρωτηθώ μήπως υπέστη ψυχικό τραυματισμό όταν, προσφάτως προφανώς, του έδειξαν κάποια γκραβούρα από την εποχή της τουρκοκρατίας με τον μιναρέ να προβάλει μέσα από τις κολώνες του Παρθενώνα.

Το ζήτημα με την ανέγερση τεμένους πάντως στην πραγματικότητα δεν είναι ζήτημα. Η απόφαση έχει ληφθεί, εκτός των άλλων και με τη θετική ψήφο του κ. Σπηλιωτόπουλου. Στην Αθήνα ζουν πολλοί μουσουλμάνοι, απόδειξη τα 120 παράνομα τεμένη, πολλές φορές προσεύχονται στη μέση του δρόμου, δικαιούνται κατά συνέπεια έναν χώρο λατρείας. Υπάρχει πρόβλημα με τους μετανάστες; Σίγουρα υπάρχει πρόβλημα. Ομως μία από τις παραμέτρους αυτού του προβλήματος είναι ότι, λόγω πολιτικής δειλίας, η πολιτεία τους αφήνει να ζουν σε ένα είδος ζώνης του λυκόφωτος, ημιπαρανομίας, με αποτέλεσμα να μην ξέρει ούτε η ίδια πώς να τους αντιμετωπίσει. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω περαιτέρω: το ζήτημα του τεμένους δεν είναι ζήτημα, ο κ. Σπηλιωτόπουλος το έχει τοποθετήσει ως κεντρικό ζήτημα της προεκλογικής του εκστρατείας, μάλλον ελλείψει άλλων ζητημάτων που θα αφορούσαν ουσιαστικά την ζωή της πόλης. Είναι η πολιτική όπως την ξέρουμε, παλιομοδίτικη και παρωχημένη. Αυτή η ίδια πολιτική που υπόσχεται ότι η παραβατικότητα θα αντιμετωπισθεί με τον φωτισμό των δημόσιων χώρων και ότι δουλειά του δήμου είναι να «δημιουργεί θέσεις εργασίας», όπως δήλωσε. Με ποιον τρόπο άραγε; Με τον γνωστό των προσλήψεων να υποθέσω.

Παραθέτω τη δήλωση του Πέτρου Μάρκαρη, υποψήφιου με τον Γιώργο Καμίνη, στην «Κ» της Κυριακής. Αφορά την πολιτισμική φυσιογνωμία της πόλης: «Θα ήθελα πραγματικά να ενισχύσω τον διάλογο και τις πολιτισμικές ανταλλαγές. Να καταλάβουν οι Αθηναίοι ότι ζούμε σε έναν χώρο που λέγεται Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία δεν αποτελείται μόνο από το Μνημόνιο και την τρόικα, αλλά, αντίθετα, το κυριότερο όπλο της, ιστορικά, είναι ο πλούτος και η διαφορετικότητα των πολιτισμών της».

Και κάτι ακόμη. Ο κ. Σπηλιωτόπουλος ζητεί την ψήφο των δημοτών της Αθήνας ως επίσημος υποψήφιος της Νέας Δημοκρατίας. Εχει την ατυχία να έχει απέναντί του τον Γιώργο Καμίνη ο οποίος, επί μία τετραετία, συνεισέφερε στην προσπάθεια της κυβέρνησης να βγάλει τη χώρα από την κρίση, συμμαζεύοντας τα οικονομικά του δήμου όπως συμμαζεύτηκαν τα οικονομικά του Δημοσίου. Και βέβαια η απορία παραμένει, ακόμη και δύο μέρες πριν από τον πρώτο γύρο: για ποιον λόγο η Νέα Δημοκρατία επέλεξε να υποστηρίξει άλλον δήμαρχο και όχι τον Γιώργο Καμίνη; Υποθέτω ότι την απόφαση δεν την επηρέασε η θέση του τεμένους.