ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενα αντιμνημονιακό σχεδιάγραμμα για την οικονομία

Η δραματική αποτυχία του Μνημονίου και των πολιτικών του κρίνεται από το ίδιο το αποτέλεσμά του. Το πρόγραμμα επεδίωξε τέσσερα πράγματα: τη βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή, τη μείωση των μισθών, τις ιδιωτικοποιήσεις και τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Πέτυχε στο πρώτο, αλλά με κόστος το παγκόσμιο ρεκόρ ύφεσης, την έκρηξη της ανεργίας, την αδιανόητη αποεπένδυση και την εκτίναξη του δημόσιου χρέους. Σήμερα η ελληνική οικονομία παραμένει αντιμέτωπη με την «παγίδα του δημόσιου χρέους», την «παγίδα ρευστότητας» ή, άλλως, την «παγίδα του ιδιωτικού χρέους», και με την αναπαραγωγή του αναπτυξιακού αδιεξόδου.

Το Μνημόνιο θεωρούσε ότι η μείωση των μισθών και οι ιδιωτικοποιήσεις θα αναζωογονούσαν τις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Η σκέψη αποδείχτηκε λάθος, καθώς οι αδύναμες εξαγωγικές επιδόσεις είχαν καταγραφεί ήδη από τη δεκαετία του ’90. Τότε έγιναν οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις των τραπεζών και των προβληματικών βιομηχανιών, των νέων υποδομών και μαζί με την αποδυνάμωση του κράτους η αναπτυξιακή στρατηγική της εποχής επιχείρησε να μεταστρέψει την οικονομία στα πεδία των διεθνών συγκριτικών πλεονεκτημάτων της. Μόνο που αυτό οδήγησε στην αποδυνάμωση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας και στην απόδοση υπερβολικής ίσως σημασίας στις τράπεζες, στον τουρισμό, στις κατασκευές και στις υπηρεσίες. Το Μνημόνιο επιτείνει το πρόβλημα, καθώς σε μια ήδη ιδιωτικοποιημένη οικονομία, προκρίνει τις ιδιωτικοποιήσεις ως λύση και ταυτόχρονα σε μια οικονομία που υποφέρει από ισχυρές δομικές αδυναμίες στην παραγωγική της βάση, προτείνει την αναβίωση της στρατηγικής του παρελθόντος.

Το ίδιο ισχύει και για τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Είναι γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας είναι δομημένο γύρω από την ατομική και τη μικρή επιχείρηση, με κρατική όμως ρύθμιση των τιμών, όπως είναι τα φαρμακεία, τα ταξί, οι δικηγόροι, οι μηχανικοί και αρκετοί άλλοι κλάδοι. Η ιδέα ότι η εμπορική αναμόρφωση θα επέλθει με την απελευθέρωση αυτών των αγορών, χάριν του ανταγωνισμού, αποδείχθηκε προβληματική, όχι μόνο λόγω των κοινωνικών συνεπειών της, αλλά και εξαιτίας της δυσπιστίας με βάση τα αποτελέσματα από το παρελθόν. Στο πρόσφατο παρελθόν, δεκάδες τομείς απελευθερώθηκαν από το κρατικό μονοπώλιο ή το αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο, εντούτοις γρήγορα εκφυλίστηκαν σε ιδιωτικά μονοπώλια ή ολιγοπωλιακές δομές ελάχιστων επιχειρήσεων. Συνεπώς και η ιδέα αυτή είναι προβληματική για μια οικονομία που αναζητά πραγματικά νέα πεδία επενδυτικής αλλά κυρίως τεχνολογικής και παραγωγικής ανανέωσης.

Τούτων δοθέντων, η εγκατάλειψη των ιδεών του Μνημονίου είναι επιβεβλημένη. Ενα διαφορετικό σχέδιο οφείλει να διασφαλίζει ταυτόχρονα τη σταθεροποίηση παραγόντων που αποσταθεροποιούν την οικονομία και τη μεταστροφή των προσπαθειών και των πόρων σε βιώσιμες αναπτυξιακές προοπτικές.

Τρία είναι τα πιο σημαντικά θέματα της σταθεροποίησης της οικονομίας:

Πρώτον, η αγορά εργασίας. Εδώ η επαναφορά του κατώτατου μισθού και η επιστροφή στο καθεστώς των συλλογικών διαπραγματεύσεων ως διαδικασίας προσδιορισμού των μισθών θα αποτρέψει τη συνεχιζόμενη υποτίμηση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα.

Δεύτερον, η αντιμετώπιση των προβλημάτων της ανθρωπιστικής κρίσης με μια στοχευμένη κοινωνική πολιτική, ενεργοποιώντας τα ισχυρά εργαλεία της στήριξης των βασικών αναγκών των νοικοκυριών και της διασφάλισης ελάχιστου εισοδήματος.

Τρίτον, η αναστολή περαιτέρω περικοπών στις δημόσιες δαπάνες και η δίκαιη ανακατανομή των φορολογικών βαρών.

Και στα τρία μέτωπα οι αλλαγές αυτές θα επιφέρουν τη σταθεροποίηση της ζήτησης, την ενίσχυση των αντικυκλικών στοιχείων και, φυσικά, θα απαλύνουν τις δραματικές κοινωνικές συνέπειες του Μνημονίου.
Η ανάκαμψη της οικονομίας είναι εκ των πραγμάτων το μείζον θέμα. Και εδώ υπάρχουν δύο ζητήματα. Πρώτον το τραπεζικό και δεύτερον το αναπτυξιακό. Το τραπεζικό ζήτημα παραμένει άλυτο, με το ιδιωτικό χρέος να τελεί υπό πλήρη αδυναμία διαχείρισης, τόσο στο σκέλος των στεγαστικών όσο και των επιχειρηματικών δανείων. Ταυτόχρονα, οι τράπεζες επιχειρούν μετά τις διαδοχικές δημόσιες «ενέσεις» να επιβιώσουν διαπραγματευόμενες την ίδια την απαξίωση της δημόσιας ενίσχυσης ως εργαλείο άντλησης κεφαλαίων από τις διεθνείς αγορές. Η στρατηγική των τεσσάρων χρόνων, παρά τα οικτρά της αποτελέσματα, εμφανίζεται ως επιτυχής. Εντούτοις, η αλλαγή στρατηγικής είναι πρωταρχικής σημασίας. Οι τράπεζες πρέπει να αναδιαρθρώσουν τα δάνεια που έχουν στην κατοχή τους, να αποκτήσουν βιώσιμες στρατηγικές, το Δημόσιο πρέπει να υπερασπιστεί την αξία των χρημάτων του και η αναχρηματοδότηση της οικονομίας να ξεκινήσει.

Το αναπτυξιακό ταυτίζεται με την παραγωγική μεταστροφή της οικονομίας. Η αγροτική παραγωγή, η μεταποίηση, η τεχνολογία, η ενέργεια, η ανακύκλωση, η ανάπλαση των πόλεων και δεκάδες άλλοι τομείς θα αποτελέσουν τα νέα πεδία παραγωγικής αναβάθμισης της οικονομίας. Αλλά εδώ αφετηρία οφείλει να είναι το ίδιο το ανθρώπινο δυναμικό –ο ένας στους δύο νέους μας πλέον είναι απόφοιτος ΑΕΙ– και η δέσμευση ότι η στρατηγική θα παραμείνει συμβατή με τα περιβαλλοντικά δεδομένα της χώρας. Το τελευταίο αναγκαστικά συνάδει με τις κλίμακες των επενδύσεων. Η μικρή και μεσαία κλίμακα παραμένει προνομιακό πεδίο, όπως συμβαίνει και στις περισσότερες μεσογειακές χώρες. Και η δέσμευση αυτή προσδιορίζει ταυτόχρονα τη ρήξη με τα μεγαλεπήβολα γιγαντιαία επενδυτικά σχήματα που αυτή τη στιγμή προβάλλονται ως αναπτυξιακή λύση από το μνημονιακό πρόγραμμα – από το Ελληνικό μέχρι τα εργοστάσια καύσης των απορριμμάτων. Το Δημόσιο καλείται να σχηματίσει, αλλάζοντας το ίδιο, τις συστοιχίες των αναπτυξιακών εργαλείων και της δέσμευσης των πόρων που θα δώσουν ώθηση στο εγχείρημα αυτό.

* Ο κ. Γιώργος Σταθάκης είναι βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, υπεύθυνος του τομέα Ανάπτυξης.