ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Ευρωπαϊκή Ενωση: είναι η πολιτική, προφανώς!

Την τελευταία δεκαετία η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση σηματοδοτήθηκε από ιστορικά επιτεύγματα, αρχής γενομένης από τη διεύρυνση με 13 νέες χώρες, αλλά και από πρωτοφανή κρίση, από τη χρηματοπιστωτική κατάρρευση έως τις πρόσφατες εξελίξεις στην Ουκρανία – που είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για την ασφάλεια και την ειρήνη στην Ευρώπη μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου.

Πολλές από τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης ήταν ασφαλώς αρνητικές. Eχουν αναζωπυρωθεί οι εντάσεις μεταξύ «κέντρου» και «περιφέρειας», μεταξύ των «πλουσιότερων» και των «φτωχότερων» κρατών-μελών, μεταξύ «πιστωτών» και «οφειλετών», μεταξύ Βορρά και Νότου. Υπάρχει η αίσθηση απώλειας της δικαιοσύνης και της ισότητας. Σημειώθηκε δραματική αύξηση της ανεργίας και μια τεράστια πρόκληση για το κοινωνικό μοντέλο μας.

Ωστόσο η κρίση έχει αυξήσει και την πεποίθηση ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι αναπόδραστες αν θέλουμε να διατηρήσουμε την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, την παραγωγικότητα, την απασχόληση και, τελικά, το ευρωπαϊκό μοντέλο μεγέθυνσης. Eχει επίσης αυξήσει την ευαισθητοποίηση των πολιτών ως προς την αλληλεξάρτησή μας.

Για να διασφαλιστεί η ειρήνη και η ευημερία στην Ευρώπη, χρειαζόμαστε μια Ε.Ε. πολύ πιο πρόθυμη να δράσει από κοινού, να επεκτείνει την ισχύ της στη διεθνή σκηνή, να ενισχύσει τον ρόλο και την επιρροή της. Δημιουργείται μια νέα παγκόσμια τάξη. Ή θα συμβάλουμε στη διαμόρφωσή της ή θα χάσουμε το τρένο του μέλλοντος. Η Ευρώπη ή θα προοδεύσει μέσα σε πνεύμα συνοχής ή θα παραγκωνιστεί.

Αυτό σημαίνει ότι η Ε.Ε. πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω. Πιστεύω ότι χρειάζεται να τελειοποιήσουμε την πολιτική μας ένωση. Μια τέτοια ανάπτυξη πρέπει να βασίζεται στην οργάνωση, όχι σε βεβιασμένες κινήσεις. Μεταρρύθμιση και όχι επανάσταση – αυτό είναι το δίδαγμα που άντλησα από την ευρωπαϊκή μου εμπειρία.

Τα γεγονότα την τελευταία δεκαετία μαρτυρούν τη θεαματική ικανότητα προσαρμογής και ευελιξίας των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. Μπορεί κανείς να μιλήσει για «πλαστικότητα»: προσαρμογή στο σχήμα και τη μορφή διατηρώντας παράλληλα την ουσία. Αυτό ακριβώς κάνουμε τώρα για να αντιμετωπίσουμε τις σημερινές προκλήσεις.

Θα απαιτηθεί να αναπτύξουμε ένα νέο επίπεδο πολιτικής ωριμότητας που να ανταποκρίνεται στον βαθμό της συλλογικότητας των αποφάσεων. Για να αναπτυχθεί μια ισχυρότερη Ε.Ε. πρέπει να αντιμετωπίσουμε την έλλειψη οικειοποίησης όσον αφορά αυτές τις κοινές αποφάσεις. Ο λαϊκισμός ευημερεί γιατί όταν η Ευρώπη αποκτά αρμοδιότητες, τα κύρια ενδιαφερόμενα μέρη συχνά αποφεύγουν να αναλάβουν την υποχρέωση λογοδοσίας που τους αναλογεί. Στους λαϊκιστές δεν θα πρέπει να δίνεται αυτή η ευκαιρία.

Για το επόμενο στάδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης πρέπει να οικοδομήσουμε ευρεία πολιτική και κοινωνική υποστήριξη. Η τάση για προγενέστερες φάσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης προερχόταν ανέκαθεν και από τη βάση προς την κορυφή και από την κορυφή προς τη βάση. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στηρίχτηκε σε σαφή έννοια του στόχου, σε σαφή ιδέα της ανάγκης για Ευρώπη. Οι Συνθήκες και τα θεσμικά όργανα ακολούθησαν πάντοτε την πολιτική βούληση. Δεν μπορούμε –και δεν πρέπει– να πειθαναγκάσουμε την κοινή γνώμη. Ομως πρέπει να προσπαθήσουμε να πετύχουμε τη συναίνεση που χρειαζόμαστε, μια νέα συζήτηση που θα σπρώξει την Ευρώπη μπροστά. Καλούμαστε να δημιουργήσουμε ένα πραγματικό αίσθημα ευρωπαϊκής και εθνικής οικειοποίησης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Οι κύριες προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα πρέπει να εξετάζονται όσον αφορά, πρώτον, τα πολιτικά μέτρα εφαρμογής που χρειάζονται· δεύτερον, την πολιτική στρατηγική που χρειάζεται και τρίτον, το πολιτικό πλαίσιο για την επίτευξη των πρώτων δύο. Με αυτή τη σειρά. Συνεπώς, πριν συζητήσουμε τις τεχνικές λεπτομέρειες μιας ακόμα Συνθήκης, πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα: ποιος είναι ο συμφωνημένος σκοπός της Ενωσής μας; Σε ποιο βαθμό ενώνουμε τις τύχες μας; Πόσο μακριά και πόσο βαθιά θέλουμε να φτάσει η ολοκλήρωση; Ποιος θέλει να συμμετάσχει, σε τι, και γιατί; Είτε συζητάμε για περαιτέρω οικονομική ολοκλήρωση προς μια αυθεντική οικονομική και νομισματική ένωση, για μια πιο ενοποιημένη εξωτερική πολιτική, είτε για περαιτέρω βήματα προς μια πολιτική ένωση, τα ζητήματα αυτά πρέπει να συζητηθούν πρώτα.

Οι πολιτικοί της Ευρώπης πρέπει να φανούν αντάξιοι της δέσμευσής τους στο κοινό ευρωπαϊκό μας έργο.

Σε όλη τη διάρκεια της κρίσης, τελικά αναδύθηκε η πολιτική βούληση για δράση, η οποία εκτείνεται από νέους κανόνες για οικονομική και δημοσιονομική εποπτεία έως ισχυρότερες ρυθμίσεις και επίβλεψη του χρηματοπιστωτικού τομέα· κάθε φορά που οι 17 ή οι 18 ξεκίνησαν ένα πιο φιλόδοξο σχέδιο, σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι ακολούθησαν και συνεισέφεραν. Το μοντέλο προοριζόταν για περισσότερη ολοκλήρωση, όχι λιγότερη, και αποσκοπούσε να αποκτήσουν τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΚΤ, περισσότερες αρμοδιότητες, όχι λιγότερες.

Ομως, η ευρωπαϊκή διαλεκτική όσον αφορά τις πολιτικές χαρακτηρίζεται συχνά από ένα σύστημα στο οποίο όλοι μπορούν να είναι λίγο στην κυβέρνηση και λίγο στην αντιπολίτευση· όπου οι επιτυχίες γίνονται εθνικές και οι δυσκολίες ευρωπαϊκές. Είναι πλέον καιρός να δημιουργηθεί μια νέα σχέση συνεργασίας, μια συμπεριφορά συνεργασίας, μια εμπιστοσύνη μεταξύ της Ενωσης, των θεσμικών οργάνων της και των κρατών-μελών, η οποία να ξεπερνά το γράμμα των Συνθηκών.

Η βιώσιμη μεταρρύθμιση απαιτεί οι εθνικοί ηγέτες να δουν τον ρόλο τους, όχι μόνο στην εθνική, αλλά ταυτόχρονα στην ευρωπαϊκή του διάσταση και να κλείσει το άνοιγμα της ψαλίδας που αφορά την υλοποίηση. Οταν οι αποφάσεις λαμβάνονται από τους επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων, σε αυτές πρέπει να δίνεται συνέχεια σε εθνικό επίπεδο.

Η βιώσιμη μεταρρύθμιση απαιτεί επίσης το Ευρωκοινοβούλιο να αποδεχθεί τον ρόλο του ως φορέα λήψης αποφάσεων παρά να είναι δέκτης αιτημάτων χωρίς να συνεκτιμά τη σκοπιμότητά τους. Σε όλη τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας το Κοινοβούλιο απέδειξε ότι μπορεί να παίξει το παιχνίδι, από την έγκριση του προϋπολογισμού της Ε.Ε. έως την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης.

Βιώσιμη μεταρρύθμιση σημαίνει επίσης ότι η Επιτροπή παραμένει το απαραίτητο και ενισχυμένο επίκεντρο των ευρωπαϊκών πολιτικών. Ενώ το τελικό αποτέλεσμα δεν αντανακλά πάντοτε την αρχική μας φιλοδοξία, η Επιτροπή έχει θέσει τις αποφασιστικές προτάσεις στο τραπέζι σε όλη τη διάρκεια της κρίσης. Τα νέα εργαλεία χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (ΕΜΧΣ, ΕΤΧΣ, ΕΜΣ), η μεταρρύθμιση της οικονομικής διακυβέρνησης, η τραπεζική ένωση, η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και οι πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων είναι μόνο μερικά παραδείγματα. Κανένα άλλο μέρος στην Ε.Ε. δεν συγκεντρώνει την οριζόντια άποψη –την πολιτική ευαισθητοποίηση σχετικά με την ποικιλία των καταστάσεων στα κράτη-μέλη– με την κάθετη αντίληψη – την εμπειρογνωμοσύνη σχετικά με τις ευρωπαϊκές πολιτικές.

Στην Ευρώπη, ασκώ την ηγεσία σημαίνει οικοδόμηση συναίνεσης και αποφυγή του κατακερματισμού. Για τον λόγο αυτό διασφάλισα ότι οι Επιτροπές στις οποίες προήδρευσα ανέλαβαν τη συλλογική ευθύνη των αποφάσεών τους. Μια πολιτική εκτελεστική εξουσία δεν είναι μικρογραφία Κοινοβουλίου. Αν και είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε τον πολιτικό χαρακτήρα της Επιτροπής, είναι εξίσου σημαντικό να αποφευχθεί να δοθεί στην Επιτροπή «κομματικός» χαρακτήρας.

Δεν θα υπάρξει ευρωπαϊκή επανάληψη της «συνόδου της Φιλαδέλφειας», δηλαδή μια συνταγματική αναγέννηση όλου του πλαισίου της Ε.Ε. Η Ε.Ε. θα εξακολουθήσει να αποτελεί υπόθεση «μόνιμης μεταρρύθμισης» και όχι «μόνιμης επανάστασης». Για την επιτυχία της συνεχούς μεταρρύθμισης, πρέπει πρώτα να βρούμε τα μέτρα εφαρμογής της ευρωπαϊκής πολιτικής. Ουδεμία τροποποίηση Συνθήκης, ουδεμία θεσμική αναμόχλευση μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική βούληση που χρειάζεται η Ευρώπη για να προοδεύσει.

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα είναι πάντα μια διαδικασία βήμα προς βήμα. Μια τέτοια πραγματιστική προσέγγιση δεν ήταν ποτέ αντίθετη με τις εργασίες για την πραγμάτωση ενός οράματος. Τουναντίον! Παραμένει το πλέον οραματικό έργο στην πρόσφατη ιστορία. Η ενέργεια και η γοητεία του είναι εντυπωσιακές. Η προσαρμοστικότητά του είναι άνευ προηγουμένου. Ομως, μόνον εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις: όταν οι πολιτικοί των κρατών-μελών προωθούν την οικειοποίηση του ευρωπαϊκού έργου και δεν αντιμετωπίζουν την Ε.Ε. ως ξένη παρέμβαση, όταν η συνεργασία φτάνει σε νέα επίπεδα ωριμότητας και όταν οι πολιτικές της Ευρώπης περνούν στην επίθεση.

Αυτό είναι το διακύβευμα των ευρωεκλογών. Είναι μια αποφασιστική στιγμή για να υπερασπιστεί κάποιος τα επιτεύγματα και να δημιουργήσει συναίνεση γύρω από αυτά που πρέπει να γίνουν, για να μιλήσει υπέρ της Ευρώπης όπως είναι πραγματικά και να υποστηρίξει ένα όραμα σχετικά με αυτό που θα μπορούσε να γίνει η Ευρώπη.

Στα δέκα χρόνια που ήμουν επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είχα το προνόμιο να είμαι εκεί για να συνεισφέρω στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία της Ε.Ε. και είμαι υπερήφανος για τις μεταρρυθμίσεις που έχουν επιτευχθεί από τότε. Ομως, η πραγματική ανταμοιβή θα έρθει από την ολοκλήρωση των αναγκαίων προσπαθειών.

*O José Manuel Barroso είναι πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής