ΑΠΟΨΕΙΣ

Οχι άλλα δάκρυα για την Αθήνα

Τη δεκαετία του ογδόντα κορυφώθηκε ο εποικισμός των προαστίων. Τα χρόνια εκείνα, μόλις ανέβαινε λίγο η θερμοκρασία, ο αττικός ουρανός βυθιζόταν στο υποκίτρινο και παχύρρευστο νέφος της αιθαλομίχλης, το οποίο επειδή προκαλούσε ασφυξία συμμετείχε στις πολιτικές εξελίξεις ως σύνθημα. Hταν η αιτία ή το πρόσχημα για την εγκατάλειψη του κέντρου. Πρόσχημα, αφού οι έποικοι των προαστίων τις εργάσιμες ημέρες και ώρες τις περνούσαν στο κέντρο, όπου πήγαιναν με τα αυτοκίνητά τους, με αποτέλεσμα να προσθέτουν ακόμη περισσότερους ρύπους στο νέφος το οποίο υποτίθεται πως ήθελαν να αποφύγουν. Ηταν η εποχή που αναπτύχθηκε η αρχιτεκτονική της μεζονέτας, διώροφα κτίσματα ως επί το πλείστον με κεραμοσκεπή που μιμούνταν τις «βίλες» της δεκαετίας του εξήντα, περιβάλλονταν από μερικά τετραγωνικά χώμα ή γκαζόν για ξεκάρφωμα, μπορεί να είχαν και καμιά γούρνα για πισίνα και πάντως διέθεταν γκαράζ με τηλεκατευθυνόμενη γκαραζόπορτα. Η μεζονέτα ήταν το σύμβολο της κοινωνικής καταξίωσης στα χρόνια των γκλόσι περιοδικών life style, της ιδιωτικής τηλεόρασης, του νέφους και των πρώτων καταλυτικών αυτοκινήτων. Τα κινητά ήρθαν αργότερα. Οι παλιές πολυκατοικίες του κέντρου, του πέραν των ορίων του Κολωνακίου κέντρου, εργολαβικές ή αρχιτεκτονικές, άρχισαν να χάνουν την αξία τους, όμως οι έποικοι του νέου πλούτου λίγο νοιάζονταν. Τις είχαν αφήσει πίσω τους μαζί με την παιδική τους ηλικία, την εφηβεία τους και τους πατεράδες τους που έζησαν στην ψωροκώσταινα για να θέλουν να τους θυμούνται. Λίγα χρόνια μετά το υπέροχο «Τα τραπεζάκια έξω» του Σαββόπουλου, τα τραπεζάκια άρχισαν να εξαφανίζονται από τα πεζοδρόμια, που γέμιζαν με παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Είχε αρχίσει η «απανθρωποποίηση» του κέντρου. Ο δημόσιος χώρος της Αθήνας γινόταν όλο και πιο εχθρικός για τους κατοίκους της.

Στην πραγματικότητα, κανείς πολιτικός, δήμαρχος ή απλός Αθηναίος πολίτης δεν φρόντισε για να αντιστραφεί η πορεία που ξεκίνησε τα χρόνια εκείνα. Η ευμάρεια, αντιθέτως, κατά κάποιον διαστροφικό τρόπο, βοήθησε την καταστροφή του δημόσιου χώρου. Ειρήσθω εν παρόδω, έτσι για λόγους αυτοσυνειδησίας, αναφέρω πως στην αρχαία Αθήνα, επειδή οι πόρτες στις εισόδους των σπιτιών άνοιγαν προς τα έξω και οι δρόμοι ήταν πολύ στενοί, συνήθιζαν πριν βγουν να χτυπούν, όπως εμείς χτυπάμε για να μπούμε κάπου. Δείγμα, έστω συμβολικό αν μη τι άλλο, της σημασίας που έδιναν οι αρχαίοι ημών στον δημόσιο χώρο. Η οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων μάς άφησε το μετρό και την Αττική Οδό, πανάκριβα και τα δύο, αλλά κατά τα λοιπά απλώς φόρτωσε τους Αθηναίους με μερικά ακόμη άχρηστα δημόσια κτίρια και την ανάμνηση ενός σκηνικού λάμψης που θύμιζε το χωριό του πρίγκιπα Ποτέμκιν. Η νεοαστική Αθήνα ενδιαφερόταν περισσότερο για το αυτοκίνητό της παρά για το πεζοδρόμιο ή το πάρκο της, και στο κάτω κάτω μόλις έβρισκε ευκαιρία εγκατέλειπε το κλινόν άστυ και την οργανωμένη μιζέρια του. Ηταν τα χρόνια που λεωφορεία κατέβαζαν μετανάστες απευθείας από τα σύνορα στην Πατησίων, μετανάστες που τους προωθούσαν οι φιλάνθρωπες Αρχές του τόπου και οι οποίοι κατελάμβαναν τον χώρο όπου είχαν αφήσει κενό και εγκαταλελειμμένο οι ίδιοι οι Αθηναίοι, τις κεντρικές συνοικίες της πόλης. Συναισθηματικά το κέντρο είχε απαξιωθεί και τώρα, τη δεκαετία του 2000, άρχισε και η οικονομική του απαξίωση.

Τον Δεκέμβριο του 2008, μετά τη δολοφονία ενός νέου παιδιού από έναν αστυνομικό στα Εξάρχεια, η Αθήνα καιγόταν για περίπου δύο εβδομάδες. Περιουσίες καταστράφηκαν ολοσχερώς, η αστυνομία επέδειξε θεαματική αδράνεια και δειλία, και το κέντρο ερήμωσε. Είπαν τότε πως ήταν η εξέγερση της νεολαίας κατά της διαφθοράς και ενός συστήματος που της αφαιρούσε το «δικαίωμα στο μέλλον». Κλείνοντας τα μάτια, βέβαια, στο γεγονός ότι τα παιδιά που έκαιγαν δεν ήταν φτωχόπαιδα, αλλά οι γόνοι του νέου πλούτου των προαστίων οι οποίοι μετέφραζαν στην ωμή γλώσσα του μίσους την απέχθεια που προκαλούσε η πόλη στους πατεράδες τους. Παιδιά της ίδιας διαφθοράς την οποία υποτίθεται πολεμούσαν, κυρίως όμως παιδιά ενός μηδενισμού αφού δεν διεκδικούσαν τίποτε παραπάνω από το δικαίωμα να καταστρέφουν. Το μόνο κληροδότημα της κατ’ ευφημισμόν εξέγερσης ήταν το δικαίωμα στη βία, το οποίο το εκμεταλλεύτηκαν κατά βούληση οι πάντες, με πρώτη απ’ όλους τη Χρυσή Αυγή.

Εκτοτε το κέντρο της πόλης δεν κατάφερε να ορθοποδήσει. Την καταστροφή του 2008 την ολοκλήρωσε η κρίση, με τις κλειστές τζαμόπορτες, τα ενοικιαστήρια ή τα πωλητήρια και τους λόφους από τους φακέλους των λογαριασμών. Για χρόνια η οδός Τοσίτσα, δίπλα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, ήταν καταφύγιο ναρκομανών και λίγο πιο κάτω, είτε στη Στουρνάρη είτε μπροστά στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο, εξακολουθεί να λειτουργεί ως αγορά λιανικού λαθρεμπορίου. Επί τρία χρόνια, κάθε φορά που γινόταν συλλαλητήριο, η Αθήνα μετρούσε τις καταστροφές σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Ως συνήθως, φταίνε οι άλλοι, εδώ ζητούσαν όλοι τον λογαριασμό από την αστυνομία, παραβλέποντας ότι η αστυνομία δεν μπορεί να λειτουργήσει αν δεν βρει συμμάχους στους πολίτες.

Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια κάτι έχει αρχίσει να αλλάζει. Και δεν αναφέρομαι μόνον στη συνεργασία του δημάρχου Καμίνη με τον υπουργό Δένδια, κάτι που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε με την κατάκτηση του Εβερεστ. Αναφέρομαι στη συνειδητοποίηση όλο και περισσοτέρων από εμάς τους πολίτες πως η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχισθεί, πως μια πόλη με νεκρό το κέντρο της απλώς δεν είναι πόλη.