ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Ελλάδα του ευρώ ενώπιον της κάλπης

Οι αποκαλύψεις της τελευταίας εβδομάδας για τις κινήσεις πρωταγωνιστών της ελληνικής κρίσης είναι πολύτιμες για την καταγραφή της ιστορίας εκείνων των ημερών· αλλά και σήμερα μας επιτρέπουν να εκτιμήσουμε πού βρισκόμαστε σε σχέση με την περίοδο εκείνη που η παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη δεν ήταν καθόλου σίγουρη. Τα απομνημονεύματα του πρώην υπ. Οικονομικών των ΗΠΑ Τίμοθι Γκάιτνερ, και το πολυσέλιδο αφιέρωμα των Financial Times δεν προσφέρουν συγκλονιστικές αποκαλύψεις. Συνθέτουν, όμως, ένα πολύπλευρο δράμα, με πλοκή και διαλόγους, που δίνει νέες διαστάσεις σε όσα γνωρίζαμε.

Γνωρίζαμε ότι η Ε.Ε. ήταν ανέτοιμη να αντιμετωπίσει μια κρίση στο ενιαίο νόμισμα, παρότι νομισματική ένωση χωρίς δημοσιονομική ένωση ήταν συνταγή για καταστροφή. Αυτό που ξαφνιάζει, όμως, είναι ο ρόλος που έπαιξαν οι χαρακτήρες και οι εμπειρίες των πρωταγωνιστών – όταν αναγκάζονταν να αυτοσχεδιάσουν χωρίς να είναι σίγουροι για το αποτέλεσμα. Κορυφαίο παράδειγμα η συζήτηση για το αν η Ελλάδα θα παρέμενε στην Ευρωζώνη ή όχι. Στο ρεπορτάζ του Πίτερ Σπίγκελ στους FT είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό το σημείο όπου περιγράφει πως μόνο όταν οι σύμβουλοι της Αγκελας Μέρκελ δεν μπορούσαν να καταλήξουν στις επιπτώσεις που θα είχε στο ενιαίο νόμισμα η έξοδος της Ελλάδας, η καγκελάριος αποφάσισε επιτέλους ότι η χώρα μας έπρεπε να κρατηθεί εντός Ευρωζώνης.

Εως εκείνη την ώρα, μόνον οι ΗΠΑ –διά του Γκάιτνερ και του ίδιου του προέδρου Ομπάμα– είχαν σαφή θέση υπέρ της στήριξης της Ελλάδας. Ο Γκάιτνερ είχε «καεί» από την απόφαση της κυβέρνησης των ΗΠΑ να επιτρέψει την κατάρρευση της τράπεζας Lehman Brothers το 2008, η οποία πτώση είχε προκαλέσει τέτοιο πανικό και ντόμινο εξελίξεων που η κυβέρνηση αναγκάστηκε να εφαρμόσει πρόγραμμα αξίας 700 δισ. δολαρίων για να στηρίξει τράπεζες και εταιρείες και να ελέγξει την κρίση.

Ο Γκάιτνερ, με άλλα λόγια, γνώριζε καλά τις οικονομικές συνέπειες όταν μια απόφαση βασιζόταν σε «ηθικά» κριτήρια και δεν λογάριαζε τις συνέπειες που θα είχε στην αγορά. Οταν, σε συνάντηση του G7 στον Καναδά τον Φεβρουάριο του 2010, άκουσε Ευρωπαίους αξιωματούχους να διαμαρτύρονται για «τους σπάταλους και πονηρούς Ελληνες» και να προτείνουν την τιμωρία τους, ώστε να μάθουν το μάθημά τους, ο Γκάιτνερ τρόμαξε. Τους προέτρεψε να ξεκαθαρίσουν στις αγορές ότι δεν θα επέτρεπαν σε καμία χώρα να χρεοκοπήσει, ώστε να αποτραπεί η αμφισβήτηση κι άλλων μελών της Ευρωζώνης. Κι όμως, ενώ τον Μάιο του 2010 η Ελλάδα είχε ενταχθεί στο μεγαλύτερο πρόγραμμα στήριξης στην Ιστορία, ενώ είχε απομειώσει το χρέος της (με βαρύτατο κόστος σε ομολογιούχους και σε ελληνικές τράπεζες και ταμεία), και ενώ ο λαός υπέφερε από τη ύφεση, κάποιοι Ευρωπαίοι ακόμη ερωτοτροπούσαν με την ιδέα της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ. Σε συνάντηση τον Ιούλιο του 2012, ο Γερμανός ομόλογος του Γκάιτνερ, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, του εξήγησε ότι η έξοδος της Ελλάδας θα επέτρεπε την καλύτερη θωράκιση της υπόλοιπης Ευρωζώνης επειδή οι Γερμανοί «δεν θα έβλεπαν πλέον τη στήριξη της Ευρώπης ως σωσίβιο για τους Ελληνες».

Είναι συγκλονιστικό το κόστος της έχθρας μεταξύ πολιτών της Ε.Ε. που προκλήθηκε τους πρώτους μήνες της ελληνικής κρίσης, που πηγάζει από την επιστροφή σε εθνικά στερεότυπα – οι «σπάταλοι Ελληνες», οι «μοχθηροί Γερμανοί». Αυτή η νοοτροπία καλλιεργήθηκε όσο η Ε.Ε. καθυστερούσε να θεσπίσει κεντρικούς μηχανισμούς ελέγχου και στήριξης που θα προστάτευαν κάθε μέλος από χρεοκοπία και θα θωράκιζαν το ευρώ. Η έλλειψη πολιτικής εκδηλώθηκε με τον πιο δραματικό τρόπο στη σύνοδο του G20 στις Κάννες τον Νοέμβριο του 2011, όταν ο Ομπάμα ανέλαβε την προεδρία της συνάντησης καθώς ο οικοδεσπότης, Νικολά Σαρκοζί, ξιφουλκούσε εναντίον του Ελληνα πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου για την περιβόητη ιδέα του για δημοψήφισμα, και η κ. Μέρκελ δάκρυζε επειδή οι Αμερικανοί την πίεζαν να συμφωνήσει σε μια πολιτική στήριξης της Ευρωζώνης με την οποία διαφωνούσε η κεντρική τράπεζα της Γερμανίας. Το ρεπορτάζ του Πίτερ Σπίγκελ περιγράφει, επίσης, πώς ο πρόεδρος της Επιτροπής, Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, ανέλαβε μόνος του να πείσει τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Παπανδρέου, Ευ. Βενιζέλο, και τον αρχηγό της αντιπολίτευσης, Α. Σαμαρά, να συνεργαστούν και να στηρίξουν κυβέρνηση υπό τον τεχνοκράτη Λ. Παπαδήμο.

Βλέποντας το επίπεδο πολλών πρωταγωνιστών, γνωρίζοντας πόσες ανοησίες ειπώθηκαν και εντός Ελλάδας, τα παραμύθια, τις αστοχίες και τα λάθη, είναι να απορεί κανείς πώς η χώρα έφθασε έως εδώ. Οι κάλπες αυτής της Κυριακής και της επόμενης θα δείξουν πού οδεύουμε.