ΑΠΟΨΕΙΣ

Δικαστικό αλαλούμ με τις υποθέσεις υποθηκοφυλάκων

Δικαστικό αλαλούμ με τις υποθέσεις υποθηκοφυλάκων

Πρόκειται για μία ιστορία που αναδεικνύει πολλές από τις παθογένειες που κρατούν καθηλωμένη την ελληνική οικονομία. Ενας νόμος με σκοπό να αυξήσει τη ρευστότητα των επιχειρήσεων και να ενισχύσει την εγχώρια κεφαλαιαγορά, δέκα χρόνια αφού ψηφίστηκε, έχει αντ’ αυτού οδηγήσει σε ατέρμονες δικαστικές διαμάχες μεταξύ, από τη μία, ανωνύμων εταιρειών και τραπεζών που συνάπτουν συμβάσεις έκδοσης ομολογιακών δανείων, και των άμισθων υποθηκοφυλάκων από την άλλη, των οποίων τις αμοιβές ο νόμος περιόρισε δραστικά.

Σύμφωνα με τον επίμαχο νόμο (3156/2003), σε περιπτώσεις ομολογιακών δανείων που υπάγονται στις διατάξεις του, «για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο […] καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων εκατό ευρώ (100 ευρώ), αποκλειόμενης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους». Εως τότε οι σχεδόν 300 άμισθοι υποθηκοφύλακες ανά την ελληνική επικράτεια –ιδιωτικά γραφεία που δρουν που εποπτεύονται από το υπουργείο Δικαιοσύνης– λάμβαναν αναλογικό τέλος 3 τοις χιλίοις για προσημειώσεις υποθηκών ακινήτων σε περιπτώσεις ομολογιακών δανείων, τα οποία ήταν σπάνια, αλλά συνήθως πολύ μεγάλης αξίας. Ετσι, για ένα δάνειο 100 εκατομμυρίων ευρώ, το υποθηκοφυλακείο εισέπραττε 100.000 ευρώ, εκ των οποίων το 1/12 ήταν η αμοιβή του, με την οποία κάλυπτε και τα έξοδα του γραφείου του.

Ο σκοπός του νέου νόμου ήταν να αναβαθμίσει το νομικό καθεστώς έκδοσης ομολογιακών δανείων, ώστε να είναι ανταγωνιστικό στο εξαιρετικά απαιτητικό ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ωστόσο, υπήρχαν συγκεκριμένοι όροι για να υπαχθεί ένα ομολογιακό δάνειο στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου, που περιλάμβαναν την απαλλαγή από μια σειρά φόρους και εισφορές. Μία από αυτές, σύμφωνα με σχετική γνωμάτευση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (514/2006), που όμως δεν έχει γίνει δεκτή από το υπουργείο Οικονομικών, είναι να μην είναι ο μόνος ομολογιούχος δανειστής η τράπεζα που αναλαμβάνει να εκδώσει το δάνειο. Τα υποθηκοφυλακεία, οπλισμένα με τη γνωμάτευση αυτή και με σειρά πρωτόδικων αποφάσεων το 2007 υπέρ της άρνησής τους να αποδεχθούν πάγιο τέλος των 100 ευρώ (για διάφορους λόγους), άρχισαν να αρνούνται συστηματικά την προσημείωση υποθήκης ακινήτου για ομολογιακά δάνεια αν οι εταιρείες δεν κατέβαλαν το παλαιό, αναλογικό τέλος. Πολλές από αυτές τις υποθέσεις οδηγήθηκαν στα δικαστήρια.

Ο λόγος, όπως εξηγεί στην «Κ» στέλεχος εταιρείας που κλήθηκε να καταβάλει 136.000 ευρώ για την προσημείωση, ήταν ότι η στάση αυτή των υποθηκοφυλάκων στην πράξη σήμαινε πάγωμα του δανείου, καθώς καμία τράπεζα δεν το εξέδιδε χωρίς εξασφάλιση. Το αποτέλεσμα, στην περίπτωση της εν λόγω εταιρείας (τα στοιχεία της είναι στη διάθεση της «Κ»), ήταν να υποβάλει αγωγή κατά των απαιτήσεων του υποθηκοφύλακα – όλα αυτά το 2009, πριν καν ξεσπάσει η κρίση.

Δυόμισι χρόνια αργότερα, το δικαστήριο εκδίδει απόφαση υπέρ της εταιρείας, αλλά δεν διατάσσει τον υποθηκοφύλακα να επιστρέψει το ποσό. Για να συμβεί αυτό –εντόκως– χρειάστηκε νέα δίκη, με το Εφετείο να καταλήγει στη σχετική απόφαση μόλις πέρυσι. Ο υποθηκοφύλακας κατέθεσε αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης του Εφετείου στον Αρειο Πάγο. Προ ολίγων εβδομάδων, ο εισηγητής στην υπόθεση γνωμοδότησε υπέρ του υποθηκοφύλακα. Αναμένεται η απόφαση του αρμόδιου τμήματος, η οποία όμως ενδέχεται να μην είναι -ούτε αυτή- τελεσίδικη.

Αν ο Αρειος Πάγος, για παράδειγμα, δεχθεί την αίτηση αναίρεσης και δεν κρίνει την υπόθεση εκ νέου επί της ουσίας, τότε αυτή επιστρέφει στο Εφετείο, έναντι της όποιας ετυμηγορίας του οποίου οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να καταθέσουν νέο αίτημα αναίρεσης. Με αυτά κατά νου, το στέλεχος της εταιρείας δηλώνει στην «Κ» ότι «το σύστημα απονομής Δικαιοσύνης είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας».

Πηγές της Ενωσης Αμισθων Υποθηκοφυλάκων τονίζουν ότι ο νόμος είναι άδικος – «δεν γίνεται να έχουμε πλήρη αστική ευθύνη για δάνεια τέτοιου ύψους και η αμοιβή να είναι μόνο 100 ευρώ» – όσο και ασαφής. Σημειώνουν δε ότι «αν ο υποθηκοφύλακας δεν εισπράξει το αναλογικό τέλος και κριθεί ότι όφειλε να το εισπράξει, είναι υπόλογος στο Δημόσιο και πρέπει να καταβάλει ο ίδιος τη διαφορά».

Αύξηση του τέλους

Η Ενωση Αμισθων Υποθηκοφυλάκων ζητεί από το υπουργείο Οικονομικών νομοθετική ρύθμιση που να διασφαλίζει την ασφάλεια δικαίου και να επαναφέρει το αναλογικό τέλος με κάποιο πλαφόν. Πηγές της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών, με την οποία έχουν διαβουλευθεί οι υποθηκοφύλακες, αναφέρουν στην «Κ» ότι δεν διαφωνούν με την περιορισμένης έκτασης αύξηση του τέλους. Διαφωνούν όμως με την επαναφορά του παλαιού αναλογικού τέλους και θεωρούν ότι έως ότου υπάρξει κάποια αλλαγή στη νομοθεσία, οι υποθηκοφύλακες πρέπει να συμμορφωθούν και να εισπράττουν μόνο το πάγιο τέλος των 100 ευρώ.

Μέχρι να υπάρξει κάποια νέα ρύθμιση πάντως, ή μέχρι να δώσει η ολομέλεια του Αρειου Πάγου μία λύση ευρύτερης εφαρμογής, φαίνεται ότι οι δικαστικές μάχες θα συνεχιστούν και το εργαλείο των ομολογιακών δανείων –κρίσιμο για μεγάλες επιχειρήσεις σε ανεπτυγμένες χώρες– θα συνεχίζει να αραχνιάζει στο συρτάρι.