ΑΠΟΨΕΙΣ

Η απαραίτητη αρετή

Η απαραίτητη αρετή

Τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου τον κρίνεις την ώρα του θριάμβου του, όταν νοιώθει ισχυρός. Δεν πρόκειται για καμιά σπουδαία σοφία ― με την πείρα της ζωής, ακόμη και οι αργόστροφοι το μαθαίνουν κάποτε αυτό. Μια τέτοια στιγμή θριάμβου ήταν για τη Ρένα Δούρου το βράδυ της περασμένης Κυριακής, όταν είχε πια κατοχυρώσει την πρωτιά στην Περιφέρεια Αττικής, και περίμενε να συντονισθούν τα τηλεοπτικά συνεργεία ώστε να εκστομίσει τους καθιερωμένους επινίκιους μπακαλιάρους.

Στο σχετικό βίντεο του Mega, ακούμε τη Ρένα να προπονείται στους μπακαλιάρους, να λέει λ.χ. ότι έχει γύρω της «πολλά παιδιά και πολλές μανάδες» και ότι από αυτούς αντλεί «δύναμη ζωής». Εκείνη την ώρα όμως, η αίσθηση της δύναμης που την κατακλύζει αντλείται από την εκλογική επιτυχία της στον πρώτο γύρο. Φαίνεται αυτό όταν έχουν πια συντονισθεί τα συνεργεία και η ίδια είναι έτοιμη να ξεκινήσει. Τότε την ακούμε να λέει σιγά, αλλά σε τόνο επιτακτικό: «Ενα βήμα πίσω όλοι. Ενα βήμα πίσω». Αμέσως μετά προσθέτει δις: «Κανένας αντιπεριφερειάρχης».

Ωραία σκηνή! Μου θύμισε μια ανάλογη, για την οποία έχω διαβάσει, με πρωταγωνιστή έναν, ούτως ειπείν, «συνάδελφο» της Ρένας. Στην πρώτη δοξολογία για την απελευθέρωση των Παρισίων στη Notre Dame, οι κομμουνιστές αντιστασιακοί πάνε να σταθούν δίπλα στον στρατηγό Ντε Γκωλ και εκείνος τους λέει: «Κύριοι, σταθείτε ένα βήμα πίσω μου»· και υπάκουσαν, τραβήχτηκαν ένα βήμα πίσω. Δεν είδα στο βίντεο της Ρ. Δούρου να υπήρξε ανάλογη ανταπόκριση στην προσταγή. Παρέμειναν γύρω της και μάλιστα σε απόσταση αναπνοής οι ίδιες βλοσυρές φάτσες, που εκπέμπουν τη βαθιά αίσθηση ηθικής ανωτερότητας την οποία αισθάνεται ο αριστερός ή ο θρησκόληπτος στην Ελλάδα. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, η Ρένα δεν είναι, προς Θεού, Ντε Γκωλ*! Σημασία έχει, όμως, ότι εκείνη την ώρα η νεαρή πολιτικός (την οποία, μάλλον, λιγουρεύεται ο Πάγκαλος…) αισθανόταν περίπου όπως ο Ντε Γκωλ. Αλλο αν το αισθανόταν μόνο εκείνη, ενώ οι βλοσυροί τύποι γύρω της δεν της έκαναν τη χάρη να το αισθάνονται και αυτοί.

Για να διαλέξεις να κάνεις τον πολιτικό, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να διαθέτεις το είδος του εγωισμού που σου επιτρέπει να πιστέψεις ότι εσύ μπορείς να αποφασίσεις για τους άλλους. Αυτό, νομίζω, ισχύει για όλους, και προς επίρρωση έχω κάτι που ίσως σας ενδιαφέρει. Διαβάζω τις μέρες αυτές την «Ανακωχή» του Πρίμο Λέβι (τη συνέχεια του «Αν αυτός είναι ο άνθρωπος»), όπου περιγράφει την περιπέτειά του από την απελευθέρωση από το Αουσβιτς ώς την επιστροφή του στο Τορίνο. Στο κεφάλαιο όπου περιγράφει την προσωρινή παραμονή του στο στρατόπεδο του Κατόβιτσε, στο οποίο οι Σοβιετικοί στέγαζαν τους πρώην κρατουμένους των ναζί μέχρι να λήξει ο πόλεμος και να μπορούν να επιστρέψουν στα σπίτια τους, ο Λέβι περιγράφει τον ανεπανάληπτο «συνταγματάρχη» Ρόβι. Η περίπτωσή του βοηθάει πολύ να καταλάβουμε τι κάνει έναν άνθρωπο να θέλει να γίνει πολιτικός.

Ο Ρόβι δεν ήταν συνταγματάρχης, αλλά ένας απλός Ιταλοεβραίος λογιστής. Οταν οι Σοβιετικοί άδειασαν τους πρώην κρατουμένους στο προσωρινό στρατόπεδο του Κατόβιτσε, χωρίς να έχουν επεξεργαστεί προηγουμένως κάποιο σχήμα για την οργάνωσή τους, ο Ρόβι αυθαιρέτως ονόμασε τον εαυτό του εκπρόσωπο των περίπου τετρακοσίων Ιταλών. Εφτιαξε μια στολή, συνδυάζοντας το πηλήκιο ενός Πολωνού σιδηροδρομικού και το σακάκι μιας ναζιστικής στολής χωρίς τα διάσημα, καρφίτσωσε πάνω στη στολή διάφορα παράσημα και όρισε τον εαυτό του συνταγματάρχη. Βρήκε γραφείο, μάζεψε διάφορες άσχετες σφραγίδες και άλλα γραφειοκρατικά σύμβολα της εξουσίας του και έτσι επιβλήθηκε. Επιβλήθηκε τόσο στους Ιταλούς όσο και στους Σοβιετικούς, που ήθελαν κυρίως την ησυχία τους, και δέχθηκαν ανεξέταστα την εξουσία που ανέλαβε με δική του πρωτοβουλία ο Ρόβι.

Γράφει ο Λέβι: «Ο λογιστής Ρόβι είχε γίνει αρχηγός του στρατοπέδου, όχι εκλεγόμενος από κάτω ούτε κατόπιν επιλογής των Ρώσων, αλλά αυτοδιοριζόμενος. Στην πραγματικότητα, μολονότι επρόκειτο για ένα άτομο κάπως πενιχρών δυνατοτήτων, πνευματικά και ηθικά, κατείχε σε αξιοσημείωτο βαθμό την αρετή, η οποία, κάτω από οποιονδήποτε ουρανό, είναι η πλέον απαραίτητη για να κερδίσεις την εξουσία: την αγάπη της εξουσίας για την εξουσία». Την ίδια αγάπη έχουν η Ρένα, ο Αλέξης, ο Αντώνης, ο Βαγγέλης, ο Σταύρος, ο Φώτης, ο Δημήτρης, όλοι τους. (Σ.σ.: τα ονόματα έχουν επιλεγεί τυχαία ― για να πω κι εγώ ένα αστείο…)

Δεν μπορώ να πω αν αυτό είναι κάτι κακό ή κάτι καλό, ούτε και με ενδιαφέρει κιόλας, διότι δεν έχει σημασία: η ηδονή της εξουσίας είναι κάτι που υπάρχει στην ανθρώπινη φύση, στον καθένα σε διαφορετικό βαθμό. Πρόκειται για εκδοχή αυτού που ονομάζουμε «ψώνιο». Το ψώνιο δεν υπόκειται σε λογική ανάλυση και, είτε αφορά την πολιτική είτε οτιδήποτε άλλο, είναι απαραίτητο για τη ζωή: είναι ένα από τα δεδομένα της ύπαρξής μας που δεν μπορούμε να αρνηθούμε. Ολοι, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, έχουμε τα ψώνια μας. Οταν πρόκειται όμως για εκείνους που θα αποφασίσουν για εμάς, ας επιλέγουμε τουλάχιστον τους καλύτερους.

*: Ο Ντε Γκωλ είχε αίσθηση του χιούμορ. Οταν κάποτε, σε έναν περίπατο, σκόνταψε και κόντεψε να σωριαστεί κάτω, η σύζυγός του, που τον συνόδευε, αναφώνησε: «Θεέ μου!». Εκείνος ανέκτησε την ισορροπία του και της είπε: «Για εσάς, στρατηγός». Ωστόσο, οι αριστεροί και ιδίως οι «διαβασμένοι» σπανίως έχουν την αίσθηση του χιούμορ. Παίρνουν τα πάντα πολύ στα σοβαρά ώστε να μπορούν να κοροϊδέψουν τον εαυτό τους…