ΑΠΟΨΕΙΣ

«Λήψις του ζητουμένου» και μιγαδική πολιτική

Φτάνουμε ήδη στη δεύτερη κάλπη, τριπλή τώρα, χωρίς να έχουμε ακόμη αποκωδικοποιήσει πλήρως το μήνυμα της πρώτης, ή μάλλον χωρίς να έχουμε καταφέρει να συμφωνήσουμε σε πολλά. Σπάνια δύο, τρεις, τέσσερις γιατροί, κι ας έχουν την ίδια ειδικότητα, διαβάζουν και ερμηνεύουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο μια ακτινογραφία, απλή, αξονική ή μαγνητική· άλλα πιάνει το μάτι του καθενός, άλλα το ένστικτό του και άλλα η ειδίκευση μέσα στην ειδίκευσή του, δεδομένου ότι το γνωστικό αντικείμενο (το σώμα εν προκειμένω) τεμαχίζεται σε όλο και μικρότερες περιοχές. Ακόμα πιο σπάνια δύο, τρεις, τέσσερις κριτικοί της λογοτεχνίας, του θεάτρου ή του κινηματογράφου συμφωνούν σε όλα στην εκτίμηση του ίδιου έργου τέχνης· ό,τι συγκινεί τον έναν, ίσως προβληματίζει τον άλλον ή του προκαλεί δυσφορία, κατά το γούστο, τις γνώσεις, τις θεωρητικές εμμονές του. Ξέρουμε άλλωστε πόσο έξω έπεσαν έμπειροι μελετητές για σπουδαίες μορφές της λογοτεχνίας μας, τον Παπαδιαμάντη λ.χ.

Και με την αποτίμηση των εκλογικών αποτελεσμάτων κάτι ανάλογο συμβαίνει. Οπως μάλιστα μας έχει διδάξει η φαρσική ερμηνεία των αποτελεσμάτων παλαιότερων φοιτητικών εκλογών, ακόμα και το άθροισμα 100% των ποσοστών όλων των παρατάξεων δεν είναι ταμπού: για να αναδειχθούν όλοι νικητές, όπως απαιτεί η όρεξή τους, μια χαρά μπορεί να διευρυνθεί σε 110% ή και 124%· άλλωστε, σε ένα σύμπαν αενάως διαστελλόμενο, διαστέλλονται και οι αριθμοί. Οταν πάντως πρόκειται για τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών, για την ερμηνευτική ποικιλογνωμία δεν ευθύνεται αποκλειστικά το κομματικό εξεταστικό μικροσκόπιο, το κομματικό βλέμμα.

Μετρούν πολλά πράγματα (πολιτικά και μη) στην επιλογή δημάρχου, δημοτικού συμβούλου ή περιφερειάρχη. Πιο εύκολα εκδηλώνονται σ’ αυτό το πεδίο οι φιλίες και οι συγγένειες (οι εξ αίματος και οι εξ αγχιστείας, όχι οι ιδεολογικές) και πιο εύκολα καταλύονται οι διαχωριστικές γραμμές, που κατά τα λοιπά, καλά στέκουν – και καλώς, εκτός και επιθυμούμε να πολτοποιηθούμε μέσα σε μια αδιάφορη ομοιομορφία, όπου όλοι θα είμαστε με όλους, δηλαδή, στην πραγματικότητα, με κανέναν. Και πολύ πιο εύκολα βεβαίως παράγει τα αποτελέσματά της η μικροτοπικώς λειτουργούσα μηχανή του απολύτως προσωποποιημένου ρουσφετιoύ. Εδώ δουλεύουν οι ελευθεριοκτόνες ατομικές και οικογενειακές εξαρτήσεις από τον δήμαρχο-προεστό, ο οποίος, στο μικροεπίπεδό του, τα «ρυθμίζει όλα μόνος του»· βρίσκει δουλίτσες, κόβει επιδοματάκια, στέλνει φαγάκι ή ρουχαλάκια στο σπίτι, στέλνει και κάνα δωράκι σε γάμους και βαπτίσεις – όλα αυτά τα υποκοριστικά ενός παλαιοκομματισμού που μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς την αγυρτεία τραβά.

Οσες κι αν είναι οι βολές κατά του πελατειακού κράτους (στις διάφορες υποστάσεις του), η διαβόητη φόρμουλα «κατόπιν ενεργειών μου» θα αργήσει πολύ να χάσει την αποδοτικότητά της σε ψήφους και σταυρούς. Και όχι μονάχα στην αυτοδιοικητική ήπειρο. Πάντοτε υπάρχουν ψήφοι προς εξαγοράν, αναγκεμένων ανθρώπων ή απλώς κυνικών. Ο διαβόητος «ακτιβισμός» των χρυσαυγιτών (με τις όλο «ελληνικά» χαμόγελα και «ελληνικά» δωράκια επισκέψεις κατ’ οίκον, και μάλιστα σε σπίτια επιλεγμένα λόγω της κατάδηλης ανέχειάς τους), αυτήν την αχρεία προϊστορία συνεχίζει. Οπως και οι καταγγελθείσες «ταρίφες» στον Πειραιά και αλλού.

Μπορείς πάντως να εκμαυλίσεις αρκετούς με δέλεαρ όχι το χρήμα αλλά τη «φανέλα» (όπως έγινε πάλι στον Πειραιά, καθώς και στον Βόλο, από τους μεταπράτες του μπερλουσκονισμού) ή τη φήμη (καλή ή κακή, δεν έχει σημασία) που σου απέφερε η θέση σου στη σόου μπίζνες. Ο κ. Ψινάκης και ο κ. Γκλέτσος σάρωσαν τον Μαραθώνα και τη Στυλίδα κρατώντας στα επιδέξια χέρια τους τη σκούπα της δόξας τους· το «όραμα» και το «πρόγραμμα» των σχηματισμών τους ήταν το φωτογραφικό πορτρέτο τους. Οτιδήποτε άλλο περίττευε. Στις εν κρίσει πολιτείες, στα βάθη του χρόνου, έχουν συμβεί και πολύ χειρότερα. Τίποτε παράδοξο. Οταν μιλάμε για κοινωνίες του θεάματος ή για φενακισμένες συνειδήσεις, πρέπει και να το εννοούμε.

Δεν είναι επίσης παράδοξο, για να επανέλθουμε στις ερμηνείες του χρησμού της πυθίας-κάλπης, το ότι μετά τον πρώτο γύρο προέκυψαν τόσοι νικητές όσοι και οι διεκδικητές της νίκης. Κατά το βολικό μέτρο τού καθενός, νίκησε και η Ν.Δ. και ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ και οι ΑΝΕΛ και η ΔΗΜΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και οι Οικολόγοι Πράσινοι και (δυστυχώς, το μόνο βέβαιο) η Χ.Α. Η «λήψις του ζητουμένου» είναι γνωστή τουλάχιστον από τον καιρό που ο Πλάτωνας τη φόρτωνε στον Πρωταγόρα, κατηγορώντας τον ότι με το σόφισμα αυτό χρησιμοποιούσε σαν αποδεικτικό επιχείρημα μία προς απόδειξη θέση. Προσαρμόζοντάς τη με κάποια βία στα καθ’ ημάς, ως λήψη του ζητουμένου μπορούμε να εννοήσουμε την ταύτιση της επιθυμίας με τη –μαθηματική μάλιστα– πραγματικότητα: «Ελαβα αυτό που ήθελα να λάβω», 5%, 10% ή 30%. Διάβαζες λοιπόν τις επόμενες μέρες τις ανακοινώσεις των κομμάτων και των συνδυασμών και κατανοούσες ότι με ολίγην από την αγαπημένη μας δημιουργική λογιστική (δισεγγονή της λήψεως του ζητουμένου), τα ποσοστά των εκλογών μπορούν να σου πουν ό,τι ακριβώς θέλει η καρδούλα σου. Ακόμα και το ΠΑΣΟΚ, που απέφυγε να εκτεθεί εκλογικά, ανακαλύπτοντας αιφνιδίως την αυτονομία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (μάλιστα τα παλιά, «βαθιά» στελέχη του απαίτησαν με εξώδικα να μην μπει πράσινο χρώμα δίπλα στο όνομά τους και κακοχαρακτηριστούν), δήλωσε ότι «άντεξε» χάρη στις «βαθιές του ρίζες» – μεταξύ των οποίων και ο κ. Μώραλης. Από αμηχανία ή πονηριά, οι ελαιόμορφοι πλέον πράσινοι υιοθέτησαν ένα πολύ παλιό ρηματικό στερεότυπο της Αριστεράς, δογματικής και ανανεωτικής – και όποιος τους πιστέψει.

Τα ποσοστά των ευρωεκλογών θα είναι αρκετά κοντά στην πολιτική αλήθεια, άρα και οι αναλύσεις τους αυστηρότερες. Αντίθετα, οι αριθμοί των δημοτικών εκλογών είναι μιγαδικοί. Είναι δηλαδή, για να αντιγράψω τον ορισμό, πραγματικοί αριθμοί με την προσθήκη του στοιχείου i, της λεγόμενης φανταστικής μονάδας (ή, για προστρέξουμε άλλη μία φορά στην καβαφική γλώσσα, είναι «μισό πραγματικοί, μισό γυρνάμενοι μες στο μυαλό»). Οταν λοιπόν η φαντασία αναλαμβάνει να αποκωδικοποιήσει και να διαχειριστεί την πραγματικότητα, τότε είναι (σχεδόν) λογικό να προκύπτουν αντιφατικές ερμηνείες που να διεκδικούν με τις ίδιες αξιώσεις τη μοναδικότητα της αλήθειας. Αυτό να εννοούσαν άραγε όσοι απαιτούσαν κάποτε με τα συνθήματά τους να ανέβει «η φαντασία στην εξουσία»;