ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενας κόσμος αλλιώς

Από τη στιγμή που είδα την ταινία του Πάνου Κούτρα «Xenia» (ελληνική συμμετοχή στο επίσημο πρόγραμμα του Φεστιβάλ των Καννών «Ενα κάποιο βλέμμα»), δύο εικόνες και μία σκέψη με ακολουθούν:

Μια ταράτσα κάπου στο κέντρο της πόλης, στο βάθος, ανάμεσα σε δεκάδες άλλες πανομοιότυπες, άσχημες, γυμνές από κάθε ίχνος πρασίνου ταράτσες, η Ακρόπολη. Ο μεγάλος (18χρονος) αδελφός μοιάζει να κατοικεί εκεί. Ενα τραπέζι, δύο καρέκλες, ένα στρώμα, λαμπάκια. Ο μικρός (16χρονος) ανεβαίνει εκεί για πρώτη φορά, ενθουσιάζεται, βγάζει το κινητό να απαθανατίσει τη θέα.

Η δεύτερη εικόνα, στο οδοιπορικό των δύο αδελφών σε αναζήτηση του πατέρα (συνοπτικό αλλά καθόλου ακριβές για την υπόθεση της ταινίας), είναι ένα εγκαταλελειμμένο Ξενία. Από αυτά που κοσμούσαν κάποτε την Ελλάδα της δεκαετίας του ’60, με την υπογραφή του Αρη Κωνσταντίδη. Ο Π. Κούτρας διάλεξε το Ξενία της Κοζάνης για να εγκαταστήσει για λίγες ώρες τους δύο πρωταγωνιστές του. Θέα μαγευτική, ψήγματα παλιάς αίγλης στο κατεστραμμένο εσωτερικό. Εκεί, λοιπόν, συμβαίνουν πράματα και θάματα. Τα δύο αδέλφια στήνουν οι δυο τους ένα πάρτι γενεθλίων, με μουσική και ποτό. Χορεύουν ντίσκο, υπέροχα, συντονισμένα, απελευθερωτικά, και μεθούν. Μικρά λαμπιόνια, ένα υποτυπωδώς στρωμένο τραπέζι, «Rumore» με τη Ραφαέλα Καρά και, για λίγες στιγμές, η ζωή αλλιώς.

Οι δύο ήρωες κερδίζουν τις «ανάσες» τους πόντο πόντο. Τίποτα δεν τους προσφέρεται δωρεάν, εκτός από τη φαντασίωση. Κι αυτή, όμως, έχει το τίμημά της. «Δεν θα μεγαλώσεις ποτέ», λέει ο μεγάλος αδελφός στον μικρό. «Πάντα θα φαντάζεσαι πράγματα». Η φυγή από την πραγματικότητα ως πεισματική παράταση της εφηβείας, ως καθήλωση ηλικιακή και όχι μόνο.

Ομως η σκέψη που αφορά τις δύο εικόνες δεν έχει να κάνει με τη φαντασίωση αλλά με τη μεταμόρφωση. Με την ικανότητα να αποδραματοποιούμε για να μπορούμε να κάνουμε το επόμενο βήμα. Με τη δυνατότητα να ανακαλύπτουμε τη μαγεία μέσα και στον πιο σκληρό ρεαλισμό. Δεν πρόκειται για κινηματογραφικό τερτίπι μόνο. Είναι τρόπος ανάγνωσης των γεγονότων, των προκλήσεων, των εμποδίων, των ανατροπών.

Να εστιάζεις στην Ακρόπολη και όχι στις ταράτσες που μεσολαβούν, να έχεις τη δύναμη να μετατρέψεις τους εφιάλτες σου σε χορό και τραγούδι. Να θεωρείς και την απόρριψη μέρος της διαδρομής σου, της «διαδικασίας», και να μην τη βιώνεις μόνο σαν τραυματική εμπειρία.

Στην «Xenia» παρακολουθείς τη βία να εναλλάσσεται με τρυφερότητα χωρίς να έχει μεσολαβήσει τίποτα βαρύγδουπο, την αφέλεια να έχει τόλμη, τσαγανό και εντιμότητα. Ισως να «μαθαίνεις» να φοβάσαι λιγότερο, να αντιλαμβάνεσαι ότι τα λούτρινα ζωάκια που κουβαλάς είναι περιττά και φθαρμένα, ότι οι κόσμοι ανοίγονται όταν κόβεις τα πολλά μικρά ανεπαίσθητα νήματα που σε υποχρεώνουν να κινείσαι γύρω από τον εαυτό σου.

Με έναν τρόπο, ο Π. Κούτρας μας καθησυχάζει. Μας οδηγεί σε μια ψηλή ταράτσα ή σε ένα ημικατεστραμμένο κτίριο για να αναδείξει το δυσδιάκριτο. Οχι την ασχήμια που απωθεί, την πόλη που απλώνεται αφιλόξενη, παρατημένη από τους ίδιους τους κατοίκους της. Αλλά την έμπνευση που μπορεί να γεννηθεί από τη δυσκολία χωρίς ιδιαίτερο κόπο. «Ταχυδακτυλουργοί» μπορεί να γίνουμε όλοι. Χωρίς κόλπα ή μαγικά. Με ανθρωπιά, χιούμορ και τόλμη.