ΑΠΟΨΕΙΣ

Η σινορωσική «έκπληξη»

Ηταν μια μέρα δύσκολη για τις κορυφαίες αίθουσες σύνταξης του αγγλόφωνου Τύπου: Το πρωί της Τετάρτης οι πλέον αξιόπιστες οικονομικές εκδόσεις της Δύσης, η Wall Street Journal και οι Financial Times βγήκαν με το ίδιο πρώτο θέμα στις ηλεκτρονικές τους σελίδες. Ενημέρωναν το αναγνωστικό τους κοινό ότι παρά τη θέληση της Μόσχας, τις σχετικές προαναγγελίες και τη δεκαετή προετοιμασία, η επίσκεψη του Ρώσου προέδρου στο Πεκίνο απέτυχε στον βασικό της στόχο: Οι δύο ηγέτες δεν υπέγραψαν τελικά την πολυδιαφημισμένη συμφωνία για τροφοδοσία της Κίνας με ρωσικό φυσικό αέριο. Οι συντάκτες εξηγούσαν τη στρατηγική σημασία αυτής της συμφωνίας, το πόσο κρίσιμο θα ήταν για τη Μόσχα να δείξει -εν μέσω δυτικών κυρώσεων- ότι έχει άλλες εναλλακτικές στην Ασία, το πόση μεγάλη απογοήτευση ήταν για τον Βλαντιμίρ Πούτιν να φύγει με άδεια χέρια από το Πεκίνο. Τα άρθρα περιείχαν δηλώσεις εκπροσώπου της PetroChina, που εξηγούσε ότι η τιμή του εισαγόμενου φυσικού αερίου της Gazprom σήμερα είναι υψηλότερη από αυτή των εγχώριων πηγών, άρα μια συμφωνία δεν είναι ρεαλιστική σε αυτή την επίσκεψη.

Καθώς όμως ο ήλιος ανέβαινε στην Αθήνα και πριν αναχωρήσει ο Βλαντιμίρ Πούτιν από το Πεκίνο, ο αντίθετος τίτλος άρχισε να «πλημμυρίζει» πρώτα τα συνδρομητικά τερματικά και μετά τις ιστοσελίδες. «Ρωσία και Κίνα υπέγραψαν ιστορική συμφωνία 400 δισ. για εισαγωγή τουλάχιστον 38 δισ. κυβικών μέτρων ρωσικού φυσικού αερίου τον χρόνο για τα επόμενα 30 έτη». Η τιμή του κυβικού – κεντρικό αγκάθι στις διαπραγματεύσεις- δεν ανακοινώθηκε. Το μήνυμα της προσέγγισης Ρωσίας-Κίνας όμως ανεστήθη και έφερε σε δύσκολη θέση τις εφημερίδες που ακόμη μετέδιδαν τα αντίθετα.

Το κίνητρο της Μόσχας να υπογράψει ήταν μεγαλύτερο. Οι εξαγωγές φυσικού αερίου αποτελούν το 60% των ρωσικών εξαγωγών. Η ευρωπαϊκή αγορά απειλείται από τις δυτικές κυρώσεις. Με αυτή τη συμφωνία η Gazprom εξασφαλίζει πελάτη για το ένα τέταρτο σχεδόν της συνολικής ποσότητας που εξάγει σήμερα στην Ευρώπη. Εικάζεται ότι η τιμή θα είναι χαμηλότερη αλλά το πολιτικό μήνυμα του συντονισμού Πεκίνου-Μόσχας είναι εκκωφαντικό.

Εκκωφαντικό θα ήταν και το κλίμα στα γραφεία των F.T. και της WSJ. H βρετανική εφημερίδα ήταν η πρώτη που απέσυρε το θέμα και το αντικατέστησε, στη WSJ πέρασαν ώρες. Νωρίς το απόγευμα δημοσίευσαν τη σωστή εκδοχή: Η Ρωσία θα αναλάβει να αναπτύξει νέα κοιτάσματα και να δημιουργήσει το δίκτυο μεταφοράς και παράδοσης – μια επένδυση ύψους 55 δισ. δολαρίων. Η Κίνα δεσμεύεται να προκαταβάλει 20 δισ. δολάρια για τις απαραίτητες υποδομές.

Η συμφωνία αποτελεί για τη Μόσχα γεωπολιτικό και οικονομικό παράσημο. Οι δεσμοί με το Πεκίνο δυναμώνουν. Η αυτοπεποίθηση του Ρώσου προέδρου στην αντιπαράθεσή του με τη Δύση θα αυξηθεί. Ο συμβολισμός της μετατόπισης του βαρυτικού κέντρου της οικονομίας προς ανατολάς είναι πολύ ισχυρός για να αγνοηθεί. Το μεταξύ τους εμπόριο θα διογκωθεί – και θα αλλάξει ποιοτικά:

Πίσω από τα φώτα της μεγάλης συμφωνίας για το αέριο (και μεταξύ των δεκάδων που υπογράφησαν στο Πεκίνο) υπάρχει και μια που πέρασε μάλλον στα ψιλά. Η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της Ρωσίας, η VTB συμφώνησε με την Bank of China τον διακανονισμό των μεταξύ τους πληρωμών στα δικά τους νομίσματα, χωρίς δηλαδή τη μεσολάβηση του δολαρίου. Σε συνδυασμό με τον μελλοντικό διμερή τζίρο στο φυσικό αέριο, αποτελεί μια ακόμα αμφισβήτηση του δολαρίου. Ο ρόλος του αμερικανικού νομίσματος ως μέσο των διεθνών συναλλαγών δεν θα υποχωρήσει από τη μία μέρα στην άλλη. Θα μειώνεται όμως από διμερείς συμφωνίες σαν τη σινορωσική που το αφήνουν στο περιθώριο. Η Ασία παίζει παρτίδες μακράς διαρκείας.