ΑΠΟΨΕΙΣ

Η πιο αποτελεσματική μηχανή…

Καμιά φορά λέγεται ότι η πολιτική είναι ένα παιχνίδι μεταξύ ελέγχου και ελευθερίας. Στην πραγματικότητα είναι ένα παιχνίδι ανάμεσα σε ένα μεγάλο βαθμό ελέγχου κι ένα μικρό βαθμό ελευθερίας – της ψήφου. Ο ψηφοφόρος συχνά δεν είναι ούτε ανεξάρτητος ούτε αισθάνεται υπεύθυνος μολονότι ενδεχομένως συνειδητοποιεί ότι θα υποστεί τις συνέπειες της επιλογής του.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την ψήφο στους διασήμους. Είναι απολύτως τυφλή, αφού είναι πλήρως καθοδηγούμενη όχι από την κρίση, την περίσκεψη, τη λογική αλλά από το δέος μπροστά στη αφοπλιστική λάμψη του αστέρα, από την αίγλη ενός προσώπου διάφανου, καθότι διαρκώς εκτεθειμένου. Το χέρι στον σταυρό προτίμησης έλκει η δύναμη του «μύθου» που μεσουρανεί υπεράνω ημών των κοινών θνητών. Αλλά ακόμη κι ένας υποψήφιος απλά αναγνωρίσιμος, άρα οικείος, εμπιστεύσιμος, προτιμάται ανενδοίαστα από έναν, πιθανότατα ικανότερο άγνωστο – το πέπλο της ανωνυμίας καλύπτει πλήρως την όποια αξιοσύνη ή επιστημοσύνη του. Ο βραχύς προεκλογικός χρόνος δεν αφήνει περιθώρια για συστάσεις. Ο ψηφοφόρος αυτόματα θα «αγοράσει» τη «φίρμα». Χωρίς να εξετάσει αν το «όνομα», που τροφοδοτεί την επικαιρότητα με τη δόξα του, θα είναι εν τέλει ένας άξιος πολιτικός αντιπρόσωπος. Τόσο καταιγιστικό είναι το ρεύμα συμπάθειας προς το «είδωλο» και τόση ισχυρή η άπωση που ασκεί η ασημότητα των υπολοίπων, πολύ περισσότερο αν αυτοί βρίσκονται στην πλευρά του πολιτικού ανταγωνιστή, που δεν τίθεται καν δίλημμα. Η ακτινοβολία ενός ονόματος αποβάλλει ακόμη και την περιέργεια για τις απόψεις και τα επιχειρήματα του αντιπάλου. Εντοπίζει κανείς κάποιον εμφανή βαθμό ελευθερίας;

Και ώς εδώ τα πράγματα είναι στερεότυπα, κοινά. Η επιλογή διασήμων υποψηφίων είναι η πιο δοκιμασμένη «συνταγή» για έναν ηγέτη. Η επιτυχία εξαρτάται από την έκταση και την ένταση της προβολής, η οποία επιταχύνεται μοναδικά αν η ομάδα «κρούσης» συγκροτείται από ευκλεείς.

Το πρόβλημα είναι όταν οι πολίτες ψηφίζουν όχι πνευματικά αναστήματα, όχι πρόσωπα αξιοζήλευτα, αλλά άτομα αμφιλεγόμενα, με σκοτεινές πλευρές και δοσοληψίες με τη δικαιοσύνη. Και σε αυτές τις εκλογές υπήρξαν, όπως γνωρίζουμε, περιπτώσεις υποψηφίων που αν και διώκονται με κατηγορίες ακόμη και κακουργηματικού χαρακτήρα, πέρασαν στον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών ή ακόμη και εξελέγησαν από την πρώτη Κυριακή. Για τους μεν υποψηφίους η εκλογή αποτελεί «λαχείο», διότι, τι πιο αλεξίποινο, πιο απολυμαντικό από την εξουσία; Ομως τι οδηγεί τους ψηφοφόρους όχι στον πεφημισμένο αλλά στον διαβόητο; Μήπως οι εκλογικοί – κομματικοί μηχανισμοί, που κάθε υποψήφιος επιχειρεί να στήσει, είναι εν τέλει τόσο ισχυροί που απλώς οι πολίτες προσεπικυρώνουν τις επιλογές τρίτων; Ωστόσο, με την αίσθηση, δηλαδή την ψευδαίσθηση, ότι εκφράζουν την ελεύθερη βούλησή τους για τη διοίκηση της περιοχής τους, για τη διακυβέρνηση ή την εκπροσώπηση της χώρας, ότι εκλέγουν τον ικανό, τον άριστο, τον άξιο, τον αδιάφθορο… Εδώ δεν τίθεται ζήτημα γοητείας αλλά μάλλον ψυχαναγκασμού και δεσποτείας.