ΑΠΟΨΕΙΣ

Πολιτικό μήνυμα χωρίς χρέωση

Πέρασαν μέρες με αγρούς, ηλιοβασιλέματα, χαμογελαστά παιδικά πρόσωπα, γέροντες με βλέμματα τρυφερά, ροζιασμένα χέρια, εικόνες από την Αθήνα της κρίσης, λουκέτα –πολλά λουκέτα–, άνεργους με τις παλάμες να καλύπτουν τα χαρακτηριστικά τους (δήλωση απελπισίας), πολιτικούς αρχηγούς δίπλα σε Ευρωπαίους –και όχι μόνο– ηγέτες, πλήθη αλλοεθνή να τους αποθεώνουν σε περιοδείες τους εκτός Ελλάδος. Τις ίδιες ημέρες συντάχθηκε ένα κοινό λεξιλόγιο, που περιλάμβανε λέξεις όπως: εμπιστοσύνη, ευθύνη, δύναμη, πρόοδο, διαφάνεια, προοπτική.

Τα προεκλογικά σποτ των κομμάτων είχαν κοινό στόχο (τους ψηφοφόρους) και κυμαινόμενη διάθεση. Ορισμένα έθεταν διλήμματα (κοινωνική συνοχή ή πόλωση, πρόοδο ή συντήρηση, ανάπτυξη ή κατεδάφιση κ.ο.κ) χωρίς να περιμένουν απάντηση. Η εικόνα τους παρέπεμπε σε οθόνη κινητού, η γλώσσα τους σε μια επαναλαμβανόμενη ρητορεία.

Η έμπνευση ήταν μάλλον απούσα. Εάν υπερέβαιναν το 1-1,5 λεπτό και εξακοντίζονταν στα 10, ήταν σχεδόν αδύνατον να τα παρακολουθήσει κανείς. Ακόμη και οπαδός του ενός ή του άλλου πολιτικού σχηματισμού να ήσουν, η υπομονή εξαντλείτο πολύ γρήγορα. Παρά την ταχύτητα, δηλαδή, που (υπο)εννοούσε η εικόνα, η φλυαρία παρέμενε. Παλιά αντίληψη που αγκομαχούσε να ενδυθεί νέα αισθητική. «Δεν είναι εύκολο να αποσπαστεί κανείς από το παρελθόν ειδικά όταν έχει χαμηλή επαφή με το μέλλον. Μπορεί να το επικαλείσαι, αλλά πώς το ψάχνεις; Τι ξέρεις γι’ αυτό; Πόσο παγκόσμιος είσαι;» σχολιάζει ο Αναστάσιος-Ιωάννης Μεταξάς, ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος έχει ενδελεχώς ασχοληθεί με το σημαινόμενο της εικόνας και του λόγου στην πολιτική. «Πολλές χώρες έχουν ξεπεράσει την ατομοκεντρική στάση. Η Ελλάδα όχι. Μια μικρή ελίτ ξανοίγεται στον κόσμο, η προσφορά της όμως έρχεται καθυστερημένα. Την ώρα της ρήξης, η ελίτ είναι συγχρονισμένη με ό,τι συμβαίνει στο εξωτερικό. Η “ανώνυμη” κοινωνία παίρνει το μήνυμα πάντα εκ των υστέρων».

Τα σποτ προσαρμόζονται στην ηλεκτρονική εποχή, στην ταχύτητα με την οποία κινούνται άνθρωποι, σκέψεις και λέξεις. Σε ένα από τα πιο δημοφιλή αναδείχθηκε το σποτ για «την πρώτη φορά», αναπαραγωγή του πρωτότυπου που είχε χρησιμοποιήσει ο Ομπάμα στην προεκλογική εκστρατεία του. Ενα κορίτσι αφηγείται στον φακό πόσο σημαντική είναι για κάθε κοπέλα η «πρώτη της φορά», με το υπονοούμενο να ενισχύεται σε κάθε φράση και περιγραφή έως ότου αποκαλυφθεί ότι… όλα οδηγούν στο παραβάν και στην πρώτη άσκηση του εκλογικού δικαιώματος. Στην Ελλάδα, ο πολιτικός σχηματισμός που το αντέγραψε κατηγορήθηκε για σεξισμό και κακό γούστο (το λιγότερο). Τα άγνωστα, καθημερινά, πρόσωπα όμως («της διπλανής πόρτας» όπως τα αποκαλούμε) που σε κοιτούν απευθείας στα μάτια και «εκμυστηρεύονται» τις σκέψεις τους, δεν περιορίζονται μόνο στην «πρώτη φορά». Υπάρχουν και μέσα από άλλες αφηγήσεις. «Τα σποτ που εστιάζουν στο κεφάλι εμφανίζουν τα λεγόμενα ως αυτονόητες αλήθειες. Το πρόσωπο έχει δύο παγίδες: 1. Εγώ που σε κοιτάζω κατάματα αναλαμβάνω και την ευθύνη. 2. Το υπόλοιπο σώμα εκτοπίζεται μήπως και, φροϋδικά, την αλήθεια αποκαλύψει», επισημαίνει ο κ. Μεταξάς.

Η γεωγραφία της κίνησης του προσώπου (κλίση δεξιά, αριστερά, προς τα πάνω) και τα συνδηλούμενά του σχολιάζονται περισσότερο από το γεγονός της αντιγραφής, η οποία μοιάζει να μην ενοχλεί καθόλου. Η απομίμηση, δηλαδή, αντιμετωπίζεται σχεδόν ως πρωτότυπο και κρίνεται για «πρώτη φορά». Οφείλουμε βέβαια να υπογραμμίσουμε ότι στο σποτ του Ομπάμα το κορίτσι είχε μια μέση ομορφιά, υψηλής αισθητικής αντιπροσωπευτικότητας, ενώ στην ελληνική εκδοχή του, το πρόσωπο έχει μια αισθησιακή υπεροχή. Ισως γιατί στη χώρα μας το πολιτικό σποτ δανείζεται περισσότερα στοιχεία από τη διαφήμιση και λιγότερα από την πολιτική.

Στιγμές και δηλώσεις πολιτικών προσώπων μοντάρονται αναλόγως· ο αντίπαλος χρησιμοποιεί το υλικό που έχει στη διάθεσή του όπως τον εξυπηρετεί, για να μεταφέρει το μήνυμα που θέλει. Ο μισοειπωμένος λόγος συνεπάγεται διεύρυνση της ερμηνευτικής μας εξουσίας. Αυτό σημαίνει πως ό,τι λείπει, νοερά θα το εισφέρουμε εμείς.

Επηρεάζουν και κατά πόσο τους ψηφοφόρους τα προεκλογικά σποτ των κομμάτων; Πρόσφατη έρευνα επ’ αυτού δεν υπάρχει, αλλά ίσως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τα σποτ ακολουθούν τη λογική του sms. Καθώς κινητά και iPad αποτελούν πλέον σωματικό εξάρτημα, η τηλεόραση δεν έχει περιθώριο να μην προσαρμοστεί. Ετσι, στα σποτ «πληκτρολογούνται» οι φράσεις, εμφανίζονται σαν συνομιλία στον υπολογιστή, οι εικόνες σαν αναρτήσεις στο Διαδίκτυο. Ούτως ή άλλως, μια κρίσιμη μάζα (ψηφοφόρων) δεν παρακολουθεί τα σποτ μόνο στην τηλεόραση.

Οι αντιδράσεις των θεατών ποικίλλουν. Κάποιοι γελούν· άλλοι αγανακτούν· μια τρίτη κατηγορία απλώς τα προσπερνάει. Ορισμένοι μπορεί να αναγνωρίσουν ευφυΐα σε ένα σποτ. Αρκεί όμως αυτό για να αλλάξουν γνώμη ή να προσανατολιστούν προς κάποιον συνδυασμό αν και αναποφάσιστοι; Μπορούν τα σποτ να υποβάλουν μια διαφορετική άποψη; Δεν διαθέτουν ούτε εκλέπτυνση ούτε εμβάθυνση. Βασίζονται στην εντύπωση της στιγμής, στο αποτύπωμα που αφήνει η εικόνα του λόγου, στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί η μουσική υπόκρουση, στη μνήμη ή στους συνειρμούς που ανασύρει. Η μουσική χειραγωγεί, γεννά ή όχι συναισθήματα, τροφοδοτεί νοήματα, προκαλεί την προσωπική εμπλοκή.

Τα επιτελεία των κομμάτων έχουν άραγε αναρωτηθεί για την κόπωση του θεατή και ψηφοφόρου; Για την απροσδιόριστη εκείνη στιγμή που η πολιορκία εικόνας και λόγου, αν δεν γεννά θυμό, προκαλεί κορεσμό και αδιαφορία, ακόμη και αντίδραση στην προσπάθεια ελέγχου του θυμικού;

Σε μια κατακερματισμένη κοινωνία, εξουθενωμένη από την κρίση, τα συλλογικά βιώματα δεν έχουν τον χώρο που θα τους αναλογούσε σε άλλες, ομαλές, εποχές. Τα σποτ, γρήγορα, συνοπτικά και κωδικοποιημένα, σβήνονται μετά τη χρήση· δεν αποθηκεύονται. Η χωρητικότητα, εντός μας, είναι πλέον μηδενική.