ΑΠΟΨΕΙΣ

Κάθε πρόβλεψη μπορεί να διαψευστεί

Οι αυριανές ευρωεκλογές μπορεί να αποδειχθούν διπλά κρίσιμες για την Ελλάδα. Τα αποτελέσματά τους σε πανευρωπαϊκό επίπεδο θα έχουν πιθανότατα επιπτώσεις στις περαιτέρω εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ενωση και την Ευρωζώνη. Δεν αναμένεται να φέρουν τα πάνω-κάτω, αλλά σίγουρα θα αφορούν την Ελλάδα και την αντιμετώπισή της από τους εταίρους, ιδιαίτερα αν επαληθευθούν οι διαφαινόμενες τάσεις στη Βόρεια και την Ανατολική Ευρώπη. Τα αποτελέσματά τους στην Ελλάδα θα καθορίσουν το πολιτικό σκηνικό, όπως έχει γίνει φανερό από τον δημοψηφισματικό χαρακτήρα που τελικά επέβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλωστε, συνήθως και ακόμη περισσότερο τώρα, οι Ελληνες (όσοι από αυτούς) πηγαίνουν στις ευρωκάλπες με το βλέμμα στραμμένο στο εσωτερικό της χώρας, αδιαφορώντας ή δίχως να αντιλαμβάνονται τη γενικότερη σημασία τους. Ειδικά αυτών των ευρωεκλογών…

Υστερα από όσα έγιναν την περασμένη Κυριακή με τα exit polls και την αυτοϋπονόμευση των δημοσκόπων, όλοι πλέον είναι συγκρατημένοι και επιφυλακτικοί απέναντι σε οποιαδήποτε πρόβλεψη. Και σωστά. Το κλίμα είναι ρευστό, πολλοί ψηφοφόροι δεν εκδηλώνονται, άλλοι είναι αναποφάσιστοι και θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τις εκλογές σχετικά βουβές. Οχι εντελώς βουβές βέβαια, αλλά από την άλλη πλευρά είναι πολλοί οι αστάθμητοι παράγοντες που μπορεί να τις επηρεάσουν. Αυτά σε επίπεδο ευρωεκλογών, αλλά το ίδιο ισχύει και για τον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών, ειδικά στην Περιφέρεια Αττικής, στην Αθήνα, στον Πειραιά, ίσως και αλλού.

Ολοι οι ειδικοί θεωρούν ότι καθοριστικός παράγοντας θα είναι η αποχή, σε συνδυασμό με τη συσπείρωση που παρουσιάζουν τα κόμματα. Στις προηγούμενες ευρωεκλογές του 2009, η αποχή έφτασε το 47,4%. Δεν μπορεί να υπολογιστεί το μέγεθός της αυτή τη φορά, αλλά δεν θα είναι μικρό. Ούτε μπορεί να υπολογιστεί η επίδραση της σύμπτωσης με τον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών, αλλά και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τις περιφέρειες και τους δήμους όπου το τελικό αποτέλεσμα έχει κριθεί από τον πρώτο γύρο ή όπου οι διαφορές είναι τόσο μεγάλες, που ουσιαστικά έχει κριθεί. Αρα σε συνάρτηση με την αποχή, σημασία έχει η συσπείρωση των κομμάτων, που φαίνεται ότι είναι μεγαλύτερη του ΣΥΡΙΖΑ, παρά της Νέας Δημοκρατίας, και αυτό προσπάθησε να διορθώσει τις πολύ τελευταίες ημέρες ο Αντ. Σαμαράς με τις ομιλίες του σε διάφορες πόλεις και χθες στην πλατεία Συντάγματος.

Ο δεύτερος παράγοντας που θα παίξει ρόλο είναι ασφαλώς «Το Ποτάμι». Εμφανίστηκε σχετικά πρόσφατα, οι δημοσκοπήσεις το εμφάνιζαν σε ικανοποιητικά ποσοστά, αλλά δεν παύει να είναι κάτι καινούργιο και απροσδιόριστο, που θα πάρει μέρος για πρώτη φορά σε εκλογές, σε συνθήκες πόλωσης. Αρα δεν μπορεί κανείς να προβλέψει με σχετικά ασφαλή προσέγγιση τα ποσοστά που θα πάρει, καθώς δεν γνωρίζουμε επίσης ποια είναι η απήχησή του εκτός Αθήνας, στην υπόλοιπη Ελλάδα. Με αυτή την έννοια δεν ξέρουμε ποια και πόση θα είναι η «ζημιά» που θα κάνει σε άλλα κόμματα. Δίχως να έχει καμία σχέση με «Το Ποτάμι», απρόβλεπτο είναι και το ποσοστό που θα πάρει η Χρυσή Αυγή. Δεν αποκλείεται δυστυχώς να είναι μεγαλύτερο τόσο στην Αττική, αφού για ειδικούς λόγους στον Πειραιά απορροφήθηκε ένα μέρος της πραγματικής δύναμής του από έναν ή και από τους δύο διεκδικητές του δήμου, όσο και σε άλλες περιφέρειες, αν υποτεθεί ότι οπαδοί της ψήφισαν συγγενείς και φίλους σε τοπικές κοινωνίες κατά τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών.

Τα ερωτήματα, μαζί με την αδυναμία ασφαλών προγνωστικών, μεταφέρονται και στον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών, γιατί δεν ξέρουμε πώς θα συμπεριφερθούν οι ψηφοφόροι των υποψηφίων που αποκλείστηκαν. Για παράδειγμα, δεν ξέρουμε αν και πόσο θα αποδώσει το όψιμο «φλερτ» του ΣΥΡΙΖΑ με τους χρυσαυγίτες ψηφοφόρους στην Αθήνα και στην Περιφέρεια Αττικής. Ούτε πώς θα συμπεριφερθούν οι ψηφοφόροι άλλων υποψηφίων και κομμάτων, αν δηλαδή θα θελήσουν να στηρίξουν έναν δοκιμασμένο και άξιο δήμαρχο σαν τον Γ. Καμίνη στην Αθήνα και τον Γ. Σγουρό στην περιφέρεια ή αν θα παρασυρθούν από αντιμνημονιακό μένος τιμωρίας χωρίς νόημα. Στην Ελλάδα είμαστε!