ΑΠΟΨΕΙΣ

Ποιος θα δώσει δουλειά στους Ελληνες;

Υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να βοηθήσει η εκλογική αμετροέπεια του Αλέξη Τσίπρα; Ποια θα είναι η θέση της χώρας -στο νέο σκηνικό που διαμόρφωσαν οι ευρωεκλογές- ανάμεσα στα κράτη της Ζώνης του Ευρώ; Οι απαντήσεις δεν είναι δεδομένες. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με την πιο κεντρική παραδοχή της κατάστασης που αντιμετωπίζει η χώρα στη μετά το Μνημόνιο περίοδο.

Η παλίρροια του ευρωλαϊκισμού αποδεικνύει πόσο «χάλια πολιτική» εφαρμόστηκε μεταξύ φθινοπώρου 2008 και άνοιξης 2014. Για να καταλάβουμε καλύτερα το μέγεθος του ευρωσκεπτικισμού, ας επιχειρήσουμε να φανταστούμε πόσο δυσκολότερες θα ήσαν οι καταστάσεις που θα είχαν ζήσει οι λαοί της Ευρώπης αν ο Μάριο Ντράγκι, πρόεδρος της Ευρωτράπεζας, δεν είχε διατυπώσει με πειστικό τρόπο, τον Ιούλιο του 2012, την περίφημη πρόθεσή του να κάνει «ό,τι χρειαστεί» προκειμένου να εφαρμοστεί η νομισματική πολιτική του ευρώ.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προσέφερε χαμηλά επιτόκια, επαρκή ρευστότητα και σταθερή ισοτιμία σε σχεδόν όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Κρίσης. Είναι γνωστό ότι η τράπεζα του ευρώ εξετάζει τις πιθανότητες επιτυχίας που μπορεί να έχει η μείωση των επιτοκίων «κάτω από το μηδέν»! Θεωρητικώς, οι εμπορικές τράπεζες, εφόσον αντιμετωπίσουν αρνητικά επιτόκια για τις καταθέσεις των αδιάθετων κεφαλαίων τους, θα πιεστούν να διαθέσουν περισσότερα δάνεια στην οικονομία.

Είναι αλήθεια ότι η ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετώπισε με σχετική επιτυχία τους χρηματοοικονομικούς κινδύνους που αποκάλυψε η Κρίση του 2008. Δεν το έκανε όμως βάζοντας τον κόσμο της να εργαστεί. Αντιθέτως, το πλήθος των απασχολουμένων (η θετική όψη της ανεργίας) δεν είναι επαρκές για να θρέψει, ταυτοχρόνως, τις οικογένειες των εργαζομένων, των ανέργων, των συνταξιούχων αλλά και το μέγα κράτος πρόνοιας, που αποτελεί το σήμα κατατεθέν του ευρωπαϊκού προτύπου.

Το μεγαλύτερο ζήτημα είναι η αύξηση της απασχόλησης. Στόχος της Ευρώπης για το 2020 είναι να ανεβάσει το μερίδιο των εργαζομένων στο 75% των ηλικιών μεταξύ 20 και 64 ετών. Το ποσοστό αυτό είχε φτάσει στο 70,3% το 2008 και με την κρίση κατέβηκε στο 68,3% (2013). Ακόμη κι αυτό είναι άνισα κατανεμημένο, μεταξύ εκείνων που «τα καταφέρνουν» και των άλλων που «μένουν πίσω».

Η Ελλάδα είχε ιστορική δυσκολία να δώσει δουλειά στους πολίτες της. Οταν οι ροές της μετανάστευσης των Ελλήνων ανατράπηκαν, η απασχόληση σε έναν διαρκώς διευρυνόμενο δημόσιο τομέα έκρυβε το μέγεθος του προβλήματος. Η κατάσταση έγινε χειρότερη όταν πολλοί μεταξύ μας θεώρησαν ότι η ευμάρεια που προσφέρει ο φθηνός δανεισμός καταλήγει στη δημιουργία πραγματικών ευκαιριών απασχόλησης. Το σκάσιμο της φούσκας αποκάλυψε πόσο άσχημα ήταν όσα κρύβαμε κάτω από το χαλί.

Ο στόχος που έχει βάλει η Ελλάδα για το 2020 είναι να απασχολείται το 70% των παραγωγικών λεγομένων ηλικιών. Το σχετικό ποσοστό ήταν 62,7% όταν μπήκαμε στο ευρώ και έχει τώρα μειωθεί στο 53,2%. Δουλεύει μόνον «ένας στους δύο»! Είναι βέβαιο ότι η μαύρη εργασία θα έχει φουσκώσει, είναι όμως άλλο τόσο σίγουρο ότι και οι ευκαιρίες για τους μετανάστες έχουν περιοριστεί δραστικά.

Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα με το οποίο οφείλουν να καταπιαστούν οι πολιτικοί. Μαζί με την Ιταλία (απασχόληση στο 53,9%) βρισκόμαστε σε τραγικό σημείο. Πόση έλλειψη σοβαρότητας δείχνει η ειρωνεία με την οποία ο Αλέξης Τσίπρας αντιμετωπίζει το (έστω) πρωτόλειο σχέδιο του Αντώνη Σαμαρά για την επαναφορά της ανάπτυξης, λέγοντας ότι η ελληνική οικονομία δεν πρόκειται ποτέ να δημιουργήσει τις «500.000» νέες θέσεις εργασίας!

Επιδιώκοντας να οδηγήσει τη χώρα σε νέες εκλογικές ατραπούς, δεν απαντά στα δύσκολα ερωτήματα που θέτει ο μόνος σημαντικός στόχος οικονομικής πολιτικής που μπορεί να έχει ένας σοβαρός πολιτικός σχηματισμός: «Τι να κάνουμε για να δώσουμε δουλειές στους Ελληνες;».

Το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε ότι αποτελεί δύναμη που ήρθε για να μείνει στην πολιτική σκηνή. Αυτό είναι καλό, ιδιαίτερα επειδή πιέζει αποφασιστικά στην αναδόμηση των παλαιών κομμάτων. Πρέπει όμως να μετατρέψει εαυτόν σε δημιουργική δύναμη. Τα εισοδήματα που υπόσχεται να μοιράσει στους ταλαιπωρημένους από το Μνημόνιο πολίτες, ποιοι θα τα έχουν δημιουργήσει;